← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #647

March 28, 2023

έ
ξ
υ
σ
ε
Definition verb

έξυσε — Έτριψε με τα νύχια ή με εργαλείο μια επιφάνεια για να αφαιρέσει ή να ξύσει κάτι.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word