← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #678

April 28, 2023

ό
σ
τ
ι
α
Definition noun

όστια — Λεπτή άζυμη όστια (wafer) που χρησιμοποιείται στη Θεία Κοινωνία στη δυτική χριστιανική παράδοση.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word