← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #679

April 29, 2023

έ
ν
α
τ
ο
Definition adjective

ένατο — Το «ένατο» είναι το ουδέτερο του «ένατος» και σημαίνει «το 9ο» σε σειρά ή κατάταξη.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word