← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #748

July 07, 2023

ή
ξ
ε
ρ
α
Definition

ήξερα — α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ρήματος ξέρω

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word