July 8, 2023
βιδών — Τρίτο πρόσωπο πληθυντικού του «βιδώνω»: σφίγγουν ή στερεώνουν κάτι με βίδες.
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης