← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #75

September 2, 2021

δ
ε
ι
λ
ή
Ορισμός

δειλή — ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειλός

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Αναφορά ακατάλληλης λέξης