← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #899

December 05, 2023

τ
α
φ
ε
ί
Definition verb

ταφεί — Μορφή του ρήματος «θάβω»: να ταφεί κάποιος, δηλ. να γίνει η κηδεία και η ταφή του.

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word