← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά #900

December 06, 2023

τ
ί
γ
κ
α
Definition adverb

τίγκα — Πάρα πολύ, σε υπερβολικό βαθμό (π.χ. «τίγκα στο ψέμα», «τίγκα γεμάτο»).

Wiktionary ↗

View all Ελληνικά words

Report bad word