December 6, 2023
τίγκα — Πάρα πολύ, σε υπερβολικό βαθμό (π.χ. «τίγκα στο ψέμα», «τίγκα γεμάτο»).
View all Ελληνικά words
Αναφορά ακατάλληλης λέξης