Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΨΥΧΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
άψυχο
άψυχο
—
αιτιατική ενικού του άψυχος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του άψυχος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άψυχος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1565 · 1 Οκτωβρίου 2025
Previous word
#1564 · ρετρό
Next word
#1566 · μάνες
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις