Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΟΥΒΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βουβό
5 letters
·
Ελληνικά
βουβό
—
αιτιατική ενικού του βουβός
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του βουβός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του βουβός
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1290 · 30 Δεκεμβρίου 2024
Previous word
#1289 · δαύτε
Next word
#1291 · μηνών
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις