Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΗΝΩΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μηνών
5 letters
·
Ελληνικά
noun
μηνών
—
Γενική πληθυντικού του «μήνας»: των μηνών (π.χ. διάρκεια σε μήνες).
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1291 · 31 Δεκεμβρίου 2024
Previous word
#1290 · βουβό
Next word
#1292 · ονηγέ
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις