Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΒΌΗΣΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
βόησε
5 letters
·
Ελληνικά
verb
βόησε
—
«βόησε» = έκανε δυνατό θόρυβο/βούιξε (αόριστος του «βοάω»).
Βικιλεξικό →
Λεξικό
verb
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος βοώ
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βοώ
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#691 · 11 Μαΐου 2023
Previous word
#690 · ξεχνά
Next word
#692 · σμίξε
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις