WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

σμίξε

5 letters·Ελληνικά
verb

σμίξε—Προστακτική του «σμίγω»: έλα/ελάτε σε επαφή ή ενώσου/ενωθείτε με κάποιον ή κάτι.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #692 · 12 Μαΐου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα