Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΣΜΊΞΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
σμίξε
5 letters
·
Ελληνικά
verb
σμίξε
—
Προστακτική του «σμίγω»: έλα/ελάτε σε επαφή ή ενώσου/ενωθείτε με κάποιον ή κάτι.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#692 · 12 Μαΐου 2023
Previous word
#691 · βόησε
Next word
#693 · άφοβε
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις