Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΜΙΛΤΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
μίλτο
noun
μίλτο
—
Κόκκινη ώχρα, φυσική χρωστική/σκόνη που χρησιμοποιείται για βαφή ή ως χρώμα.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#741 · 30 Ιουνίου 2023
Previous word
#740 · ενώσω
Next word
#742 · βίους
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις