← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά — All Words

1,724 daily words and counting

θ
ί
α
σ
ε

#974 · Feb 18, 2024

θίασε αρσενικό

α
κ
μ
ή
ς

#973 · Feb 17, 2024

genitive singular of ακμή (akmí)

ν
έ
μ
ε
α

#972 · Feb 16, 2024

γυναικείο όνομα θηλυκό

π
ο
ί
ο
ς

#971 · Feb 15, 2024

Interrogative pronoun meaning “which/what person?” used to ask for identity or c…

μ
π
ρ
ε
ν

#970 · Feb 14, 2024

σ
υ
μ
β
ώ

#969 · Feb 13, 2024

ξ
α
ν
θ
ό

#968 · Feb 12, 2024

Blond: light yellowish in color, usually describing hair.

α
π
έ
ξ
ω

#967 · Feb 11, 2024

έξω (από κάπου)

σ
έ
κ
ο
υ

#966 · Feb 10, 2024

γυναικείο επώνυμο

β
ά
μ
μ
ε

#965 · Feb 09, 2024

α
μ
ο
λ
ώ

#964 · Feb 08, 2024

έ
β
α
ν
α

#963 · Feb 07, 2024

σ
τ
ά
ρ
ι

#962 · Feb 06, 2024

Wheat, the cereal grain used to make flour.

γ
λ
υ
κ
ύ

#961 · Feb 05, 2024

Sweet, having a pleasant taste like sugar or honey.

γ
ώ
γ
ο
υ

#960 · Feb 04, 2024

γυναικείο επώνυμο

α
γ
ώ
γ
ι

#959 · Feb 03, 2024

άλλη μορφή του αγώι

δ
ώ
ρ
ω
ν

#958 · Feb 02, 2024

Genitive plural of «δώρο»: “of gifts/presents,” things given to someone.

φ
ε
ρ
ώ
ν

#957 · Feb 01, 2024

Participle of «φέρω»: carrying or bringing something.

χ
ρ
ί
σ
ε

#956 · Jan 31, 2024

β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω

λ
ε
ί
α
ς

#955 · Jan 30, 2024

Genitive singular of «λεία»: loot/spoils, what is taken or gained as profit.

π
υ
κ
ν
ά

#954 · Jan 29, 2024

Closely together; densely or frequently.

ο
υ
δ
ό
ν

#953 · Jan 28, 2024

α
υ
τ
ώ
ν

#952 · Jan 27, 2024

αιτιατική ενικού, αρσενικού, θηλυκού ή ουδέτερου γένους του αυτός

α
φ
ί
σ
α

#951 · Jan 26, 2024

φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και …

λ
ό
φ
ω
ν

#950 · Jan 25, 2024

γενική πληθυντικού του λόφος

ύ
ψ
ω
ν
α

#949 · Jan 24, 2024

ε
υ
χ
ή
ς

#948 · Jan 23, 2024

γενική ενικού του ευχή

π
α
λ
ι
ά

#947 · Jan 22, 2024

Feminine of “old”: something that is not new.

π
λ
ω
τ
ό

#946 · Jan 21, 2024

αιτιατική ενικού του πλωτός

δ
ο
θ
ε
ί

#945 · Jan 20, 2024

"δοθεί" = to have been given/handed over (aorist passive of "give").

Play Today's Wordle

Global Stats · Open source on GitHub