vʝoˈli
Ετυμολογίαβιολί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βιολί < βενετική violin με αποβολή του τελικού [n], υποκοριστικό του viola
- έγχορδο μουσικό όργανο με τέσσερις χορδές που παίζεται με δοξάρι. Ο μουσικός το στηρίζει στον ώμο του με το ένα χέρι κι απλώς πιέζει τις χορδές χωρίς να το κρατά καθόλου ενώ με το άλλο χέρι κινεί το δοξάρι επάνω στις χορδές
Τύποιβιολί(singular, nominative) · βιολιά(nominative, plural) · βιολιού(genitive, singular) · βιολιών(genitive, plural) · βιολί(accusative, singular) · βιολιά(accusative, plural) · βιολί(singular, vocative) · βιολιά(vocative, plural) · βιολί(neuter)