Ετυμολογίαδόγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δόγμα < δοκέω, δοκῶ
- μια θεμελιώδης αρχή ενός φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος
- το σύνολο των δοξασιών μιας θρησκευτικής πίστης, το οποίο οι οπαδοί της αποδέχονται ως αληθινό και αναμφισβήτητο
“(εκκλησιαστικός όρος) η απόφαση που λαμβάνεται σε θέματα πίστης και η οποία γίνεται γενικά παραδεκτή από το σύνολο των πιστών”
- η θεμελιώδης καταστατική αρχή ενός πολιτικού κόμματος ή παράταξης.
Τύποιδόγμα(singular, nominative) · δόγματα(nominative, plural) · δόγματος(genitive, singular) · δογμάτων(genitive, plural) · δόγμα(accusative, singular) · δόγματα(accusative, plural) · δόγμα(singular, vocative) · δόγματα(vocative, plural) · δόγμα(neuter)