ˈze.vɾa
Ετυμολογίαζέβρα < (οπτικό δάνειο) γαλλική zèbr(e) + κατάληξη θηλυκού -α < πορτογαλική zebra < άγνωστης ετυμολογίας, ίσως από την λατινική equiferus ("άγριο άλογο")
- θηλαστικό, συγγενές του αλόγου, με χαρακτηριστικές μαύρες ρίγες
Τύποιζέβρα(singular, nominative) · ζέβρες(nominative, plural) · ζέβρας(genitive, singular) · ζέβρα(accusative, singular) · ζέβρες(accusative, plural) · ζέβρα(singular, vocative) · ζέβρες(vocative, plural) · ζέβρα(feminine)