mɲaˈlo
Ετυμολογίαμυαλό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μυαλόν < μυαλός < ελληνιστική κοινή μυαλός < αρχαία ελληνική μυελός
- η φαιά ουσία μέσα στο κρανίο ανθρώπων και ζώων
- το νοητικό και ψυχοπνευματικό κέντρο των ζώντων οργανισμών
- το αποτέλεσμα της εγκεφαλικής λειτουργίας, ένας εγκέφαλος σε λειτουργία, η νοητική και βιωματική (εκ των έσω) απόδοση του εγκεφάλου
- ιδιαίτερα ευφυής άνθρωπος
“※ Η κόρη σας είναι εξαίρετο μυαλό. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος)”
- η ψυχή καθώς ελέγχει τον εγκέφαλο
- το μυαλό ως έδεσμα
Τύποιμυαλό(singular, nominative) · μυαλά(nominative, plural) · μυαλού(genitive, singular) · μυαλών(genitive, plural) · μυαλό(accusative, singular) · μυαλά(accusative, plural) · μυαλό(singular, vocative) · μυαλά(vocative, plural) · μυαλό(neuter)