WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

πλάση

noun

πλάσηΗ δημιουργία ή διαμόρφωση κάτι, δηλ. το «πλάσιμο» (π.χ. ζύμης ή μορφής).

Wiktionary →
Daily Puzzle #14 · 3 Ιουλίου 2021
·Archive
No comments yet