A WORD EXAMINED

πόρτα

a portrait in meaning space

πόρτακατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει

Βικιλεξικό →
Sedecordle Πλέγμα 6 #47 · 27 Μαΐου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 24 #39 · 19 Μαΐου 2026
Sedecordle Πλέγμα 16 #10 · 20 Απριλίου 2026
Κανένα σχόλιο ακόμα