ˈpoɾ.ta
Ετυμολογίαπόρτα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πόρτα < λατινική porta (πύλη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *per- (διαπερνώ = διά + περνώ)
- κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει
- generalη κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει
“η πόρτα του αυτοκινήτου”
- slangτο προσωπικό που κάνει έλεγχο στην είσοδο κέντρου διασκεδάσεως και η αντίστοιχη θέση εργασίας
- το να υπάρχουν δύο τουλάχιστον πούλια σε μία θέση, ή ένα στην περίπτωση του «φεύγα» και του «γκιουλ»
- accusative, nominative, plural, vocativeονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτο
- datedη Υψηλή Πύλη
“※ τὰ σύμφερα καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς Πόρτας καὶ τῆς Λεχίας (Εφημερίς, Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 1791)”
Τύποιπόρτα(singular, nominative) · πόρτες(nominative, plural) · πόρτας(genitive, singular) · πορτών(genitive, plural) · πόρτα(accusative, singular) · πόρτες(accusative, plural) · πόρτα(singular, vocative) · πόρτες(vocative, plural) · πόρτα(feminine) · πόρτα(neuter) · Πόρτα(feminine)