Ετυμολογίαφρένο < (άμεσο δάνειο) ιταλική freno < frenare < λατινική frenare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος freno < frenum (χαλινός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰer- (κρατώ, υποστηρίζω)
- μηχανισμός που ελαττώνει την ταχύτητα ενός αντικειμένου
- figurativelyκάτι που επιβραδύνει ή εμποδίζει την ανάπτυξη
Τύποιφρένο(singular, nominative) · φρένα(nominative, plural) · φρένου(genitive, singular) · φρένων(genitive, plural) · φρένο(accusative, singular) · φρένα(accusative, plural) · φρένο(singular, vocative) · φρένα(vocative, plural) · φρένο(neuter)