ˈi.e.na
Ετυμολογίαύαινα < αρχαία ελληνική ὕαινα
- άγριο σαρκοβόρο ζώο της οικογένειας Hyaenidae, που μοιάζει με το σκύλο, ζει στην Αφρική και την Ασία και τρέφεται με πτώματα
- figurativelyύπουλος άνθρωπος, έτοιμος να αρπάξει και να εκμεταλλευτεί χωρίς οίκτο
Τύποιύαινα(singular, nominative) · ύαινες(nominative, plural) · ύαινας(genitive, singular) · υαινών(genitive, plural) · ύαινα(accusative, singular) · ύαινες(accusative, plural) · ύαινα(singular, vocative) · ύαινες(vocative, plural) · ύαινα(feminine)