1,730 daily words and counting
#110 · Oct 07, 2021
Everlasting; continuing forever without end.
#109 · Oct 06, 2021
Tanned animal hide used to make leather.
#108 · Oct 05, 2021
third-person singular simple past of ψάχνω (psáchno)
#107 · Oct 04, 2021
while
#106 · Oct 03, 2021
κλητική ενικού του κοντός
#105 · Oct 02, 2021
γυναικείο επώνυμο
#104 · Oct 01, 2021
#103 · Sep 30, 2021
genitive plural of αβγό (avgó)
#102 · Sep 29, 2021
third-person plural imperfect of λέω (léo): "they were saying"
#101 · Sep 28, 2021
γενική ενικού του κυφή
#100 · Sep 27, 2021
To fart; to pass intestinal gas through the anus.
#99 · Sep 26, 2021
unwisely
#98 · Sep 25, 2021
γυναικείο επώνυμο
#97 · Sep 24, 2021
κλητική ενικού του σκεπός
#96 · Sep 23, 2021
Form of “δέχομαι”: to accept or receive something.
#95 · Sep 22, 2021
#94 · Sep 21, 2021
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ταγκός
#93 · Sep 20, 2021
θιβετιανός τιμητικός προσδιορισμός με τη σημασία «ωκεανός» —μεταφορικά «απέραντο…
#92 · Sep 19, 2021
γυναικείο όνομα
#91 · Sep 18, 2021
γυναικείο όνομα
#90 · Sep 17, 2021
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ρόδι
#89 · Sep 16, 2021
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σόδα
#88 · Sep 15, 2021
άφωνος, άναυδος (από κατάπληξη)
#87 · Sep 14, 2021
#86 · Sep 13, 2021
great, very important
#85 · Sep 12, 2021
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#84 · Sep 11, 2021
το πίσω σαρκώδες μέρος της κνήμης
#83 · Sep 10, 2021
γενική ενικού του νωπή
#82 · Sep 09, 2021
γενική ενικού του έλξη
#81 · Sep 08, 2021
γενική ενικού του δόλος