Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,775 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#125
ζητών
ζητών
Μετοχή του «ζητώ»: αυτός που ψάχνει ή αναζητά κάτι.
#124
κύβων
κύβων
γενική πληθυντικού του κύβος
#123
ίωνες
ίωνες
ουσιαστικόΟι Ίωνες, αρχαίο ελληνικό φύλο/λαός της Ιωνίας.
#122
έγελο
έγελο
#121
τάκης
τάκης
ανδρικό όνομα από ονόματα όπως Σταμάτης, Παναγιώτης αλλά και του Αναγνώστης και μερικές φορές του Δη…
#120
σιάξω
σιάξω
ρήμαΚάνω κάτι να είναι τακτοποιημένο ή σωστό· το φτιάχνω/το ετοιμάζω.
#119
λείχω
λείχω
ρήμαΓλείφω κάτι με τη γλώσσα μου, συνήθως για να το δοκιμάσω ή να το καθαρίσω.
#118
ομαλή
ομαλή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ομαλός
#117
έφυες
έφυες
ρήμαΒ΄ ενικό αορίστου του «φύω»: φύτρωσες/βλάστησες ή (μεταφ.) αναπτύχθηκες, ξεπήδησες.
#116
τάτιε
τάτιε
#115
οιωνό
οιωνό
αιτιατική ενικού του οιωνός
#114
άκατο
άκατο
ουσιαστικόΜικρή βάρκα ή λέμβος, συνήθως χωρίς κατάστρωμα.
#113
ψόγων
ψόγων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «ψόγος»: οι κατηγορίες ή οι επικρίσεις.
#112
μόντε
μόντε
ανδρικό επώνυμο
#111
ζάλης
ζάλης
ουσιαστικόΖάλη: αίσθημα ιλίγγου ή αστάθειας, σαν να γυρίζει το κεφάλι.
#110
αέναα
αέναα
επίθετοΠου διαρκεί για πάντα, χωρίς τέλος· αιώνιος.
#109
βύρσα
βύρσα
ουσιαστικόΔέρμα ζώου κατεργασμένο, που χρησιμοποιείται για την παραγωγή δέρματος (leather).
#108
έψαξε
έψαξε
ρήμαΠαρελθοντικός τύπος του «ψάχνω»: αναζήτησε κάτι ή κάποιον.
#107
ενόσω
ενόσω
Σημαίνει «όσο/ενώ διαρκεί κάτι», δηλ. κατά τη διάρκεια που συμβαίνει κάτι άλλο.
#106
κοντέ
κοντέ
κλητική ενικού του κοντός
#105
γιόσα
γιόσα
γυναικείο επώνυμο
#104
φοίτα
φοίτα
#103
αβγών
αβγών
#102
λέγαν
λέγαν
#101
κυφής
κυφής
γενική ενικού του κυφή
#100
κλάσω
κλάσω
ρήμαΚλάνω· βγάζω αέρια από το έντερο από τον πρωκτό (κάνω πορδή).
#99
άσοφα
άσοφα
#98
τρέχα
τρέχα
γυναικείο επώνυμο
#97
σκεπέ
σκεπέ
κλητική ενικού του σκεπός
#96
δεχθώ
δεχθώ
ρήμαΜορφή του «δέχομαι»: να αποδεχτώ ή να παραλάβω κάτι.