← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά — All Words

1,730 daily words and counting

φ
ρ
ί
ζ
α

#80 · Sep 7, 2021

διακοσμητικό διάζωμα σε έπιπλο ή τοίχο, η ζωφόρος

ρ
ε
σ
ί
τ

#79 · Sep 6, 2021

ανδρικό όνομα

α
έ
ρ
ι
α

#78 · Sep 5, 2021

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αέριο

π
έ
ν
ε
ς

#77 · Sep 4, 2021

είδος ζυμαρικού

θ
ι
β
έ
τ

#76 · Sep 3, 2021

αυτόνομη περιοχή στη νοτιοδυτική Κίνα με πρωτεύουσα τη Λάσα

δ
ε
ι
λ
ή

#75 · Sep 2, 2021

ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του δειλός

μ
ά
τ
ι
α

#74 · Sep 1, 2021

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μάτι

λ
έ
ρ
ο
υ

#73 · Aug 31, 2021

γενική ενικού του Λέρος

κ
ώ
ν
ο
υ

#72 · Aug 30, 2021

Γενική ενικού του «κώνος»: σχήμα/αντικείμενο με κυκλική βάση που καταλήγει σε κο…

φ
ι
λ
ί
π

#71 · Aug 29, 2021

επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

α
ρ
μ
ά
ν

#70 · Aug 28, 2021

Αρμάν < → λείπει η ετυμολογία

β
έ
ρ
ν
η

#69 · Aug 27, 2021

η πρωτεύουσα της Ελβετίας

γ
ρ
ί
π
ο

#68 · Aug 26, 2021

αιτιατική ενικού του γρίπος

ρ
ο
ν
ι
ά

#67 · Aug 25, 2021

σταγόνα νερού

φ
θ
ί
ν
ε

#66 · Aug 24, 2021

Μειώνεται ή εξασθενεί σταδιακά (π.χ. η δύναμη, το φως, η ένταση).

ά
γ
ε
τ
ε

#65 · Aug 23, 2021

Προτροπή/εντολή που σημαίνει «ελάτε, πάμε» (πληθυντικός).

ξ
η
ρ
ή
ς

#64 · Aug 22, 2021

Γενική ενικού του «ξηρός»: που δεν έχει υγρασία, στεγνός.

α
κ
α
ή
ς

#63 · Aug 21, 2021

αυτός που δεν έχει καεί, άκαυτος

α
ρ
γ
ό
ν

#62 · Aug 20, 2021

Το χημικό στοιχείο αργό (Ar), άχρωμο και άοσμο ευγενές αέριο της ατμόσφαιρας.

ά
φ
ο
ρ
α

#61 · Aug 19, 2021

«Άφορα» = «αφορά»· σχετίζεται με, έχει σχέση με κάτι.

φ
έ
ρ
ε
ι

#60 · Aug 18, 2021

Σημαίνει «κουβαλάει/μεταφέρει» κάτι ή «φέρνει» κάτι κάπου.

η
λ
ί
α
ς

#59 · Aug 17, 2021

προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης

σ
υ
χ
ν
ή

#58 · Aug 16, 2021

nominative feminine singular of συχνός (sychnós)

χ
ά
ρ
μ
α

#57 · Aug 15, 2021

Κάτι ή κάποιος που προκαλεί μεγάλη χαρά και ευχαρίστηση.

θ
α
ύ
μ
α

#56 · Aug 14, 2021

Κάτι πολύ εντυπωσιακό ή απρόσμενα καλό που προκαλεί θαυμασμό.

β
ο
η
θ
ώ

#55 · Aug 13, 2021

Παρέχω βοήθεια ή υποστήριξη σε κάποιον, τον συνδράμω.

π
ό
κ
ε
ς

#54 · Aug 12, 2021

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόκα

φ
τ
ε
ρ
ό

#53 · Aug 11, 2021

Το φτερό είναι το πτέρωμα ενός πουλιού, που το βοηθά να πετάει.

ρ
ά
β
δ
ο

#52 · Aug 10, 2021

Μακρύ και λεπτό ξύλο ή ραβδί που χρησιμοποιείται ως μπαστούνι ή για χτύπημα/στήρ…

ό
ρ
ο
φ
ό

#51 · Aug 9, 2021

Global Stats · Open source on GitHub