ˈno.mos
Ετυμολογίανόμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νόμος
- υποχρεωτικός κανόνας δικαίου που εφαρμόζεται σε μια κρατική οντότητα, αφού θεσμοθετηθεί από τα αρμόδια νομοθετικά σώματα
“Στην Ελλάδα οι νόμοι δεν ισχύουν πριν δημοσιευτούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.”
- το σύνολο των γραπτών κανόνων δικαίου που ισχύουν σε ένα κράτος, η νομοθεσία
- ηθικός κανόνας που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων
- γενική διατύπωση, συχνά μια μαθηματική σχέση, που αφορά στα φυσικά φαινόμενα και περιγράφει την αιτιώδη σχέση μεταξύ των διαφόρων φυσικών μεγεθών
Τύποινόμος(singular, nominative) · νόμοι(nominative, plural) · νόμου(genitive, singular) · νόμων(genitive, plural) · νόμο(accusative, singular) · νόμους(accusative, plural) · νόμε(singular, vocative) · νόμοι(vocative, plural) · νόμος(masculine)