← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά — All Words

1,728 daily words and counting

χ
ώ
ρ
ε
ς

#438 · Aug 31, 2022

Plural of “country”: nations or states (e.g., Greece, France).

ψ
ί
α
θ
ο

#437 · Aug 30, 2022

γ
ύ
ρ
α
ς

#436 · Aug 29, 2022

γενική ενικού του γύρα

π
ε
ύ
κ
ο

#435 · Aug 28, 2022

pine tree

ψ
ή
ν
ο
υ

#434 · Aug 27, 2022

Form of the verb “ψήνω”: “I cook/roast/bake” something over heat or in an oven.

φ
ί
λ
η
ς

#433 · Aug 26, 2022

γενική ενικού, θηλυκού γένους (φίλη) του φίλος

μ
ό
ρ
τ
η

#432 · Aug 25, 2022

γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μόρτης

κ
ο
ύ
π
α

#431 · Aug 24, 2022

κύπελλο ή πολύ μεγάλο φλιτζάνι με ή χωρίς λαβή

λ
ό
χ
ω
ν

#430 · Aug 23, 2022

γενική πληθυντικού του λόχος

ό
ρ
μ
ω
ν

#429 · Aug 22, 2022

γενική πληθυντικού του όρμος

α
ί
γ
ι
ο

#428 · Aug 21, 2022

πόλη της Ελλάδας

φ
έ
σ
τ
α

#427 · Aug 20, 2022

παλιότερος τρόπος προφοράς της λεξης φιέστα, για τη γιορτή, το πανηγύρι

έ
κ
τ
ω
ρ

#426 · Aug 19, 2022

Ήρωας της Ιλιάδας, γιος του Πρίαμου και της Εκάβης, σύζυγος της Ανδρομάχης, ο οπ…

ή
λ
ι
ο
ς

#425 · Aug 18, 2022

The Sun, the star of our solar system that lights and warms the Earth.

τ
ο
κ
ά
ς

#424 · Aug 17, 2022

άλλη μορφή του τόκα (θηλυκό)

ι
ε
ρ
ά
ς

#423 · Aug 16, 2022

Feminine form of “holy”: sacred or related to religion.

δ
ε
ή
σ
ω

#422 · Aug 15, 2022

I will beg/plead (future tense of «δέομαι»).

έ
ψ
ε
ξ
α

#421 · Aug 14, 2022

α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω

π
ε
ρ
ν
ώ

#420 · Aug 13, 2022

πιο επίσημη μορφή του περνάω

κ
α
ν
ά
λ

#419 · Aug 12, 2022

επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

ά
π
ο
ν
η

#418 · Aug 11, 2022

nominative/accusative/vocative feminine singular of άπονος (áponos)

γ
ω
ν
ί
α

#417 · Aug 10, 2022

ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομ…

μ
ι
χ
θ
ώ

#416 · Aug 09, 2022

μ
α
μ
ή
ς

#415 · Aug 08, 2022

ανδρικό επώνυμο

κ
ρ
ύ
ψ
ω

#414 · Aug 07, 2022

α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω

η
χ
ε
ί
ς

#413 · Aug 06, 2022

“ηχείς” (2nd person singular present of “ηχώ”): you sound/resonate; you make a s…

κ
ο
λ
ά
ν

#412 · Aug 05, 2022

εφαρμοστό παντελόνι που «κολλάει» στο σώμα

δ
ή
λ
ο
ι

#411 · Aug 04, 2022

ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δήλος

έ
θ
ι
ξ
ε

#410 · Aug 03, 2022

γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω

δ
ε
ι
λ
έ

#409 · Aug 02, 2022

Vocative of “δειλός”: used to address someone who is cowardly or timid.

Play Today's Wordle

Global Stats · Open source on GitHub