1,730 daily words and counting
#170 · Dec 06, 2021
Participle of “ζώνω”: having fastened/worn a belt or having girded something aro…
#169 · Dec 05, 2021
γενική ενικού του μάρα
#168 · Dec 04, 2021
nominative masculine plural of μόνος (mónos)
#167 · Dec 03, 2021
nominative/accusative/vocative plural of ανώι (anói)
#166 · Dec 02, 2021
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βλέπομαι
#165 · Dec 01, 2021
Mild, gentle, calm (e.g., weather or temperament).
#164 · Nov 30, 2021
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#163 · Nov 29, 2021
ανδρικό επώνυμο
#162 · Nov 28, 2021
nominative plural of κόπος (kópos)
#161 · Nov 27, 2021
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αράζω
#160 · Nov 26, 2021
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λάβα
#159 · Nov 25, 2021
γενική πληθυντικού του κώνος
#158 · Nov 24, 2021
He/she crossed or passed through (e.g., a road, a river); aorist of “διαβαίνω”.
#157 · Nov 23, 2021
#156 · Nov 22, 2021
γυναικείο επώνυμο
#155 · Nov 21, 2021
To extinguish or turn off (e.g., a light or a fire).
#154 · Nov 20, 2021
May, the fifth month of the year, between April and June.
#153 · Nov 19, 2021
Silence; the absence or stopping of sound.
#152 · Nov 18, 2021
#151 · Nov 17, 2021
κλητική ενικού του λεπτός
#150 · Nov 16, 2021
γυναικείο επώνυμο
#149 · Nov 15, 2021
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος βάφω
#148 · Nov 14, 2021
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#147 · Nov 13, 2021
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#146 · Nov 12, 2021
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ολίγος
#145 · Nov 11, 2021
β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού ενεστώτα του τσινάω
#144 · Nov 10, 2021
το κλείσιμο ή η σύσφιξη των βλεφάρων ή των χειλιών
#143 · Nov 09, 2021
#142 · Nov 08, 2021
το νήμα που υφαίνεται στον υφαντικό ιστό, εγκάρσια προς το στημόνι
#141 · Nov 07, 2021
An initiate, a person admitted to secret or religious rites (a mystes).