← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά — All Words

1,730 daily words and counting

δ
ε
χ
τ
ώ

#20 · Jul 9, 2021

Αποδέχομαι κάτι, το δέχομαι ή συμφωνώ να το πάρω/να το κάνω.

έ
ρ
γ
ο
ν

#19 · Jul 8, 2021

Δουλειά ή εργασία που γίνεται για να παραχθεί αποτέλεσμα.

λ
ή
μ
ν
ε

#18 · Jul 7, 2021

δ
ε
κ
τ
ό

#17 · Jul 6, 2021

Αποδεκτό, κάτι που γίνεται δεκτό ή εγκρίνεται.

μ
ι
α
ρ
ά

#16 · Jul 5, 2021

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός

α
β
ρ
ό
ς

#15 · Jul 4, 2021

απαλός, μαλακός

π
λ
ά
σ
η

#14 · Jul 3, 2021

Η δημιουργία ή διαμόρφωση κάτι, δηλ. το «πλάσιμο» (π.χ. ζύμης ή μορφής).

λ
ω
λ
ώ
ν

#13 · Jul 2, 2021

γενική πληθυντικού του λωλός

μ
ύ
η
σ
ή

#12 · Jul 1, 2021

Η μύηση είναι η εισαγωγή κάποιου σε μια ομάδα, τελετή ή γνώση, συνήθως με ειδική…

τ
ό
κ
ο
ι

#11 · Jun 30, 2021

ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόκος

ν
ο
ύ
λ
α

#10 · Jun 29, 2021

το μηδενικό, το τίποτε

π
ά
ρ
λ
α

#9 · Jun 28, 2021

η ομιλητικότητα, η φλυαρία, η πολυλογία

θ
ή
κ
ε
ς

#8 · Jun 27, 2021

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήκη

λ
ά
λ
ο
ι

#7 · Jun 26, 2021

«Λάλοι» είναι οι ομιλητικοί/φλύαροι άνθρωποι, αυτοί που μιλούν πολύ.

β
ε
ρ
γ
ή

#6 · Jun 25, 2021

γυναικείο επώνυμο

σ
κ
ύ
λ
α

#5 · Jun 24, 2021

ο θηλυκός σκύλος

μ
α
ο
ρ
ί

#4 · Jun 23, 2021

των ιθαγενών Μάορι (γνωστή ως Māori ή Te Reo Māori ή Te Reo). Είναι μία από τις …

β
ρ
ε
θ
ώ

#3 · Jun 22, 2021

α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι

ά
χ
υ
ρ
α

#2 · Jun 21, 2021

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχυρο

ά
μ
α
χ
α

#1 · Jun 20, 2021

nominative/accusative/vocative neuter plural of άμαχος (ámachos)

Global Stats · Open source on GitHub