1,730 daily words and counting
#20 · Jul 9, 2021
Αποδέχομαι κάτι, το δέχομαι ή συμφωνώ να το πάρω/να το κάνω.
#19 · Jul 8, 2021
Δουλειά ή εργασία που γίνεται για να παραχθεί αποτέλεσμα.
#18 · Jul 7, 2021
#17 · Jul 6, 2021
Αποδεκτό, κάτι που γίνεται δεκτό ή εγκρίνεται.
#16 · Jul 5, 2021
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του μιαρός
#15 · Jul 4, 2021
απαλός, μαλακός
#14 · Jul 3, 2021
Η δημιουργία ή διαμόρφωση κάτι, δηλ. το «πλάσιμο» (π.χ. ζύμης ή μορφής).
#13 · Jul 2, 2021
γενική πληθυντικού του λωλός
#12 · Jul 1, 2021
Η μύηση είναι η εισαγωγή κάποιου σε μια ομάδα, τελετή ή γνώση, συνήθως με ειδική…
#11 · Jun 30, 2021
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τόκος
#10 · Jun 29, 2021
το μηδενικό, το τίποτε
#9 · Jun 28, 2021
η ομιλητικότητα, η φλυαρία, η πολυλογία
#8 · Jun 27, 2021
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του θήκη
#7 · Jun 26, 2021
«Λάλοι» είναι οι ομιλητικοί/φλύαροι άνθρωποι, αυτοί που μιλούν πολύ.
#6 · Jun 25, 2021
γυναικείο επώνυμο
#5 · Jun 24, 2021
ο θηλυκός σκύλος
#4 · Jun 23, 2021
των ιθαγενών Μάορι (γνωστή ως Māori ή Te Reo Māori ή Te Reo). Είναι μία από τις …
#3 · Jun 22, 2021
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος βρίσκομαι
#2 · Jun 21, 2021
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άχυρο
#1 · Jun 20, 2021
nominative/accusative/vocative neuter plural of άμαχος (ámachos)