Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,848 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#798
κόκκε
κόκκε
κλητική ενικού του κόκκος
#797
υγρής
υγρής
επίθετοΠου έχει υγρασία ή είναι βρεγμένος.
#796
ύπαγε
ύπαγε
ρήμαΠροστακτική του «υπάγω»: φύγε, πήγαινε (συνήθως ως εντολή).
#795
δαίρα
δαίρα
#794
μαμών
μαμών
ουσιαστικόΧρήμα ή πλούτος, συνήθως με αρνητική χροιά (λατρεία του χρήματος).
#793
χέρσα
χέρσα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χέρσος
#792
οίκτε
οίκτε
κλητική ενικού του οίκτος
#791
δίπλα
δίπλα
επίρρημαΣε κοντινή θέση, στο πλάι ή δίπλα σε κάτι/κάποιον.
#790
δάρης
δάρης
ανδρικό επώνυμο
#789
μιστέ
μιστέ
#788
εξήψε
εξήψε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτω
#787
χλωρά
χλωρά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωρό
#786
άνηθα
άνηθα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνηθο
#785
σίρερ
σίρερ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#784
άχαρα
άχαρα
χωρίς να δίνει χαρά
#783
συλάς
συλάς
#782
μπήγω
μπήγω
βάζω κάτι μακρύ και μυτερό μέσα σε άλλο ασκώντας πίεση
#781
ωχρών
ωχρών
γενική πληθυντικού του ωχρός
#780
γιάφα
γιάφα
πόλη του Ισραήλ, τμήμα του δήμου του Τελ Αβίβ
#779
πόντι
πόντι
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#778
πήραν
πήραν
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω
#777
έφορε
έφορε
κλητική ενικού του έφορος
#776
τόρμε
τόρμε
#775
λάμπω
λάμπω
ακτινοβολώ φως
#774
τάιζα
τάιζα
ρήμαΠαρατατικός του «ταΐζω»: έδινα τροφή σε κάποιον/κάτι.
#773
στύλε
στύλε
κλητική ενικού του στύλος
#772
δέρνω
δέρνω
χτυπάω κάποιον με το χέρι ή με άλλο όργανο
#771
τρώγω
τρώγω
άλλη μορφή του τρώω
#770
λήμες
λήμες
#769
μύχιο
μύχιο
επίθετοΤο πιο βαθύ και κρυφό εσωτερικό μέρος ενός χώρου ή πράγματος.