Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#726
κάλμα
κάλμα
νηνεμία
#725
τάξου
τάξου
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τάζομαι
#724
κλίση
κλίση
η ιδιότητα μιας μη οριζόντιας επιφάνειας
#723
ρίτσο
ρίτσο
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#722
ψόγου
ψόγου
γενική ενικού του ψόγος
#721
ίδιοι
ίδιοι
επίθετο«Ίδιοι» = οι ίδιοι άνθρωποι/πράγματα, οι ίδιοι ακριβώς, χωρίς αλλαγή.
#720
κλωβό
κλωβό
αιτιατική ενικού του κλωβός
#719
ξυρών
ξυρών
γενική πληθυντικού του ξυρός
#718
ιησού
ιησού
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#717
νέφος
νέφος
ουσιαστικόΣύννεφο, μάζα από υδρατμούς ή καπνό που αιωρείται στον αέρα.
#716
ουρεί
ουρεί
ρήμαΟυρεί: κάνει ούρα, κατουράει.
#715
σωστέ
σωστέ
κλητική ενικού του σωστός
#714
γρόθο
γρόθο
#713
φέγγω
φέγγω
ρήμαΕκπέμπω φως, λάμπω.
#712
σίτοι
σίτοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σίτος
#711
φάκτο
φάκτο
#710
πυώδη
πυώδη
επίθετοΠου έχει πύον ή σχετίζεται με πύον (π.χ. πυώδης φλεγμονή).
#709
ιδέας
ιδέας
ουσιαστικό«Ιδέας» είναι ο πληθυντικός της «ιδέα»: σκέψεις ή προτάσεις για κάτι.
#708
θιγεί
θιγεί
ρήμαΜορφή του ρήματος «θίγω»: να αγγίξει ή να θίξει (να προσβάλει/να αναφέρει κάτι ευαίσθητο).
#707
σίφων
σίφων
ουσιαστικόΣωλήνας ή συσκευή που μεταφέρει υγρά με αναρρόφηση ή ροή, π.χ. για μετάγγιση ή άδειασμα.
#706
βωβής
βωβής
γενική ενικού του βωβή
#705
κοραή
κοραή
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κοραής
#704
σπόρε
σπόρε
κλητική ενικού του σπόρος
#703
σνομπ
σνομπ
που φέρεται σαν να ανήκει σε ανώτερη κοινωνική τάξη, που θεωρεί κατώτερους τους γύρω του και τους συ…
#702
ζεύει
ζεύει
ρήμαΒράζει ή κοχλάζει (για υγρό, π.χ. νερό).
#701
μείνω
μείνω
ρήμαΡήμα: παραμένω/μένω κάπου ή σε μια κατάσταση, δεν φεύγω ή δεν αλλάζω.
#700
τομών
τομών
γενική ενικού του τομή
#699
ολίγο
ολίγο
επίρρημα«Ολίγο» σημαίνει «λίγο», σε μικρή ποσότητα ή για λίγο χρόνο.
#698
ινδών
ινδών
γενική πληθυντικού του Ινδός
#697
αγέρα
αγέρα
ουσιαστικόΟ αέρας, το ρεύμα αέρα (συνήθως δροσερό) που φυσά.