Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,764 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#714
γρόθο
γρόθο
#713
φέγγω
φέγγω
ρήμαΕκπέμπω φως, λάμπω.
#712
σίτοι
σίτοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του σίτος
#711
φάκτο
φάκτο
#710
πυώδη
πυώδη
επίθετοΠου έχει πύον ή σχετίζεται με πύον (π.χ. πυώδης φλεγμονή).
#709
ιδέας
ιδέας
ουσιαστικό«Ιδέας» είναι ο πληθυντικός της «ιδέα»: σκέψεις ή προτάσεις για κάτι.
#708
θιγεί
θιγεί
ρήμαΜορφή του ρήματος «θίγω»: να αγγίξει ή να θίξει (να προσβάλει/να αναφέρει κάτι ευαίσθητο).
#707
σίφων
σίφων
ουσιαστικόΣωλήνας ή συσκευή που μεταφέρει υγρά με αναρρόφηση ή ροή, π.χ. για μετάγγιση ή άδειασμα.
#706
βωβής
βωβής
γενική ενικού του βωβή
#705
κοραή
κοραή
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κοραής
#704
σπόρε
σπόρε
κλητική ενικού του σπόρος
#703
σνομπ
σνομπ
που φέρεται σαν να ανήκει σε ανώτερη κοινωνική τάξη, που θεωρεί κατώτερους τους γύρω του και τους συ…
#702
ζεύει
ζεύει
ρήμαΒράζει ή κοχλάζει (για υγρό, π.χ. νερό).
#701
μείνω
μείνω
ρήμαΡήμα: παραμένω/μένω κάπου ή σε μια κατάσταση, δεν φεύγω ή δεν αλλάζω.
#700
τομών
τομών
γενική ενικού του τομή
#699
ολίγο
ολίγο
επίρρημα«Ολίγο» σημαίνει «λίγο», σε μικρή ποσότητα ή για λίγο χρόνο.
#698
ινδών
ινδών
γενική πληθυντικού του Ινδός
#697
αγέρα
αγέρα
ουσιαστικόΟ αέρας, το ρεύμα αέρα (συνήθως δροσερό) που φυσά.
#696
τέλμα
τέλμα
ουσιαστικόΣτάσιμο, βαλτώδης κατάσταση χωρίς πρόοδο ή εξέλιξη.
#695
γοφού
γοφού
γενική ενικού του γοφός
#694
έκτου
έκτου
Γενική του «έκτος»: «του έκτου» (π.χ. του έκτου ορόφου/μήνα), δηλ. που είναι στη θέση 6.
#693
άφοβε
άφοβε
κλητική ενικού του άφοβος
#692
σμίξε
σμίξε
ρήμαΠροστακτική του «σμίγω»: έλα/ελάτε σε επαφή ή ενώσου/ενωθείτε με κάποιον ή κάτι.
#691
βόησε
βόησε
ρήμα«βόησε» = έκανε δυνατό θόρυβο/βούιξε (αόριστος του «βοάω»).
#690
ξεχνά
ξεχνά
ρήμαΞεχνά: δεν θυμάται κάτι ή αφήνει κάτι να του διαφύγει από τη μνήμη.
#689
ψόφιε
ψόφιε
#688
αύξον
αύξον
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του αύξων
#687
τάξτε
τάξτε
ρήμαΠροστακτική του «τάσσω»: δώσε εντολή ή όρισε/καθόρισε κάτι.
#686
διήγα
διήγα
#685
θρύλα
θρύλα