Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#756
λιάσω
λιάσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
#755
αρμοί
αρμοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμός
#754
βάδης
βάδης
ανδρικό επώνυμο
#753
κεφτέ
κεφτέ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#752
λούρα
λούρα
η βέργα
#751
μύθοι
μύθοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μύθος
#750
χώσης
χώσης
γενική ενικού του χώση
#749
βιδών
βιδών
ρήμαΤρίτο πρόσωπο πληθυντικού του «βιδώνω»: σφίγγουν ή στερεώνουν κάτι με βίδες.
#748
ήξερα
ήξερα
α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ρήματος ξέρω
#747
σιμοί
σιμοί
επίθετοΠληθυντικός του «σιμός»: με κοντή και πλατιά μύτη, με γυριστά ρουθούνια.
#746
τιτυέ
τιτυέ
#745
ζάμας
ζάμας
#744
έκανε
έκανε
ρήμαΠαρελθοντικός τύπος του «κάνω»: πραγματοποίησε ή έφτιαξε κάτι.
#743
ριγών
ριγών
γενική πληθυντικού του ρίγα
#742
βίους
βίους
αιτιατική πληθυντικού του βίος
#741
μίλτο
μίλτο
#740
ενώσω
ενώσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
#739
ώριμη
ώριμη
επίθετοΠου έχει ωριμάσει, έχει φτάσει στο κατάλληλο στάδιο ανάπτυξης ή ετοιμότητας.
#738
ουσία
ουσία
ουσιαστικόΗ ουσία είναι το βασικό περιεχόμενο ή το κύριο νόημα ενός πράγματος ή μιας υπόθεσης.
#737
λάτρη
λάτρη
ουσιαστικόΆτομο που λατρεύει ή θαυμάζει πολύ κάποιον/κάτι, θαυμαστής.
#736
άζυμε
άζυμε
κλητική ενικού του άζυμος
#735
μυτών
μυτών
#734
αγυιά
αγυιά
ουσιαστικόΣτενό δρομάκι ή μικρός δρόμος μέσα σε οικισμό.
#733
ματιά
ματιά
το βλέμμα
#732
φύκος
φύκος
άλλη μορφή του φύκι
#731
έρωτά
έρωτά
ουσιαστικόΤον έρωτα, δηλαδή την έντονη ρομαντική αγάπη ή το πάθος για κάποιον.
#730
βοηθά
βοηθά
ρήμαΡήμα: βοηθά (αυτός/αυτή/αυτό) = δίνει βοήθεια ή υποστήριξη σε κάποιον.
#729
τζίφε
τζίφε
ουσιαστικόΚάτι χωρίς αξία ή αποτέλεσμα· φούσκα, άχρηστο πράγμα.
#728
καρία
καρία
αρχαία χώρα στη Μικρά Ασία
#727
ποτών
ποτών
γενική πληθυντικού του ποτό