Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά · Archive
Όλες οι λέξεις
1,776
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Daily Puzzle
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
Speed Streak
Globle
Mathle
Waffle
Queens
#906
ολικό
επίθετο
Που είναι πλήρης και αφορά το σύνολο, χωρίς να λείπει τίποτα.
#905
έκανα
ρήμα
Παρελθοντικός τύπος του «κάνω»: έφτιαξα, πραγματοποίησα ή έκανα κάτι.
#904
σάλος
ισχυρός κυματισμός της θάλασσας
#903
άπονε
κλητική ενικού του άπονος
#902
ιερέα
ουσιαστικό
Αιτιατική ενικού του «ιερέας»: τον κληρικό, τον παπά.
#901
μηνάν
#900
τίγκα
επίρρημα
Πάρα πολύ, σε υπερβολικό βαθμό (π.χ. «τίγκα στο ψέμα», «τίγκα γεμάτο»).
#899
ταφεί
ρήμα
Μορφή του ρήματος «θάβω»: να ταφεί κάποιος, δηλ. να γίνει η κηδεία και η ταφή του.
#898
δίψας
ρήμα
Μορφή του ρήματος «διψάω»: ένιωσες ή ένιωσε δίψα, χρειάστηκες νερό.
#897
κόχερ
ποταμός της Γερμανίας
#896
χίαζα
#895
αγαπά
ρήμα
Ρήμα: αγαπά (αυτός/αυτή/αυτό)· νιώθει αγάπη για κάποιον ή κάτι.
#894
γύψος
ουσιαστικό
Υλικό σε σκόνη (θειικός ασβέστιος) που με νερό γίνεται πάστα και σκληραίνει, για επιχρίσματα ή γύψιν…
#893
πύελε
κλητική ενικού του πύελος
#892
μάγιο
ουσιαστικό
Μαγιό: ρούχο για κολύμπι (ολόσωμο ή μπικίνι) που φοριέται στη θάλασσα ή στην πισίνα.
#891
βέλων
γενική πληθυντικού του βέλο
#890
πάπες
ουσιαστικό
Πληθυντικός του «πάπας»: ο Πάπας της Ρώμης (ο αρχηγός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας).
#889
πήξτε
ρήμα
Προστακτική του «πήζω»: κάντε κάτι να πήξει/να στερεοποιηθεί (π.χ. γάλα, σάλτσα).
#888
μέλος
ουσιαστικό
Άτομο που ανήκει σε μια ομάδα, σύλλογο ή οργανισμό.
#887
όσιος
επίθετο
Που είναι ευσεβής και ενάρετος, με σεβασμό προς τον Θεό και τους κανόνες της πίστης.
#886
αλγών
#885
πτηνά
πτώσεις
#884
άδουν
ρήμα
Τραγουδούν (γ΄ πληθυντικό ενεστώτα του «άδω»).
#883
έσωσα
ρήμα
Αόριστος του «σώζω»: έσωσα = έκανα κάτι/κάποιον να σωθεί, τον έβγαλα από κίνδυνο ή τον διατήρησα.
#882
άλλον
επίθετο
Αιτιατική ενικού του «άλλος»: «άλλον» = κάποιον διαφορετικό/άλλον άνθρωπο ή πράγμα.
#881
παισέ
#880
γρικά
#879
βούτη
ουσιαστικό
Η βούτη είναι η βουτιά, δηλαδή το απότομο βύθισμα/άλμα στο νερό.
#878
ρισάρ
ανδρικό όνομα
#877
γνώθι
ρήμα
Προστακτική του «γνωρίζω»: μάθε/γνώρισε (π.χ. «γνώθι σαυτόν»).
← Newer
Page 30 / 60
Older →
Play Today's Wordle