Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,914 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1044
ψελλό
ψελλό
αιτιατική ενικού του ψελλός
#1043
έθετε
έθετε
ρήμαΠαρατατικός του «θέτω»: έβαζε/τοποθετούσε ή έθετε κάτι (π.χ. θέμα, όρο) σε συζήτηση.
#1042
ορμές
ορμές
ουσιαστικόΠληθυντικός του «ορμή»: ξαφνική δυνατή παρόρμηση ή ώθηση να κάνεις κάτι.
#1041
γείσο
γείσο
το τμήμα της στέγης που εξέχει από τους τοίχους
#1040
ωχρής
ωχρής
επίθετοΠου έχει ωχρό, κιτρινωπό και άτονο χρώμα (π.χ. πρόσωπο).
#1039
λυδός
λυδός
αυτός που καταγόταν από την αρχαία Λυδία
#1038
δείξω
δείξω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δείχνω
#1037
αέριο
αέριο
φυσικό σώμα σε αέρια κατάσταση
#1036
ένωσα
ένωσα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ενώνω
#1035
κουτή
κουτή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του κουτός
#1034
ουδών
ουδών
γενική πληθυντικού του ουδός
#1033
βυτία
βυτία
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυτίο
#1032
αγροί
αγροί
ουσιαστικόΠληθυντικός του «αγρός»: χωράφια, καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης.
#1031
ψάξτε
ψάξτε
ρήμαΠροστακτική πληθυντικού του «ψάχνω»: αναζητήστε κάτι, ψάξτε για να το βρείτε.
#1030
σίμον
σίμον
ανδρικό όνομα
#1029
χώσιν
χώσιν
ουσιαστικόΑιτιατική πληθυντικού του «χόση»: το χώμα/μπάζα που ρίχνουν για γέμισμα ή επίχωση.
#1028
χοϊκή
χοϊκή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοϊκός
#1027
κλέος
κλέος
η δόξα
#1026
φερτά
φερτά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερτό
#1025
κλωθώ
κλωθώ
, μία από τις τρεις Μοίρες της ελληνικής μυθολογίας
#1024
ογρού
ογρού
γενική ενικού του ογρός
#1023
ισσού
ισσού
Επιφώνημα που σημαίνει «να το/την!» ή «ορίστε!» όταν δείχνουμε/παραδίδουμε κάτι.
#1022
φάβης
φάβης
ανδρικό επώνυμο
#1021
ίακχε
ίακχε
#1020
ουρών
ουρών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «ουρός»: των ούρων, δηλ. του υγρού αποβλήτου που παράγουν τα νεφρά.
#1019
μπήξω
μπήξω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω
#1018
πίτας
πίτας
γενική ενικού του πίτα
#1017
λεχτώ
λεχτώ
#1016
ριχτά
ριχτά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός
#1015
έτυμο
έτυμο
ουσιαστικόΗ αρχική μορφή ή ρίζα μιας λέξης, από την οποία προέρχεται η ετυμολογία της.