← Play Wordle Ελληνικά

Wordle Ελληνικά — All Words

1,724 daily words and counting

ο
υ
δ
ώ
ν

#1034 · Apr 18, 2024

γενική πληθυντικού του ουδός

β
υ
τ
ί
α

#1033 · Apr 17, 2024

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βυτίο

α
γ
ρ
ο
ί

#1032 · Apr 16, 2024

Plural of “αγρός”: fields, cultivated areas of land.

ψ
ά
ξ
τ
ε

#1031 · Apr 15, 2024

Plural imperative of “ψάχνω”: search/look for something to find it.

σ
ί
μ
ο
ν

#1030 · Apr 14, 2024

ανδρικό όνομα

χ
ώ
σ
ι
ν

#1029 · Apr 13, 2024

χ
ο
ϊ
κ
ή

#1028 · Apr 12, 2024

ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χοϊκός

κ
λ
έ
ο
ς

#1027 · Apr 11, 2024

η δόξα

φ
ε
ρ
τ
ά

#1026 · Apr 10, 2024

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φερτό

κ
λ
ω
θ
ώ

#1025 · Apr 09, 2024

, μία από τις τρεις Μοίρες της ελληνικής μυθολογίας

ο
γ
ρ
ο
ύ

#1024 · Apr 08, 2024

γενική ενικού του ογρός

ι
σ
σ
ο
ύ

#1023 · Apr 07, 2024

φ
ά
β
η
ς

#1022 · Apr 06, 2024

ανδρικό επώνυμο

ί
α
κ
χ
ε

#1021 · Apr 05, 2024

ο
υ
ρ
ώ
ν

#1020 · Apr 04, 2024

genitive plural of ουρά (ourá)

μ
π
ή
ξ
ω

#1019 · Apr 03, 2024

α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος μπήγω

π
ί
τ
α
ς

#1018 · Apr 02, 2024

γενική ενικού του πίτα

λ
ε
χ
τ
ώ

#1017 · Apr 01, 2024

ρ
ι
χ
τ
ά

#1016 · Mar 31, 2024

ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ριχτός

έ
τ
υ
μ
ο

#1015 · Mar 30, 2024

The original form or root of a word, from which its etymology derives.

ά
δ
υ
τ
ε

#1014 · Mar 29, 2024

vocative masculine singular of άδυτος (ádytos)

ε
υ
χ
έ
ς

#1013 · Mar 28, 2024

Wishes; expressions of goodwill for something good to happen to someone.

χ
ο
ύ
ν
η

#1012 · Mar 27, 2024

χοάνη

β
α
φ
ώ
ν

#1011 · Mar 26, 2024

genitive plural of βαφή (vafí)

π
ί
ν
ε
ι

#1010 · Mar 25, 2024

third-person singular present of πίνω (píno)

δ
ε
σ
μ
ό

#1009 · Mar 24, 2024

αιτιατική ενικού του δεσμός

ι
ν
ί
ω
ν

#1008 · Mar 23, 2024

γενική πληθυντικού του ινίο

χ
ο
μ
π
ς

#1007 · Mar 22, 2024

επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

ά
μ
ν
ω
ν

#1006 · Mar 21, 2024

β
ά
π
τ
ω

#1005 · Mar 20, 2024

To dip something into a liquid, usually to wet or dye it.

Play Today's Wordle

Global Stats · Open source on GitHub