Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,777 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#817
ταγήν
ταγήν
#816
φαιής
φαιής
γενική ενικού του φαιή
#815
χέστε
χέστε
β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
#814
τροία
τροία
προϊστορική πόλη στη βορειανατολική ακτή της Μικράς Ασίας, το επίκεντρο του Τρωικού πολέμου, που ανα…
#813
μπότε
μπότε
ουσιαστικόΥπόδημα που καλύπτει το πόδι και συνήθως φτάνει ως τον αστράγαλο ή πιο ψηλά.
#812
κρέπα
κρέπα
ουσιαστικόΛεπτή τηγανίτα από χυλό (συνήθως με γάλα/αυγά), που τρώγεται γλυκιά ή αλμυρή.
#811
καινέ
καινέ
κλητική ενικού του καινός
#810
νυκτί
νυκτί
Σημαίνει «τη νύχτα» ή «κατά τη διάρκεια της νύχτας» (δοτική του «νύξ»).
#809
εφύην
εφύην
#808
στίβο
στίβο
αιτιατική ενικού του στίβος
#807
ισθμό
ισθμό
αιτιατική ενικού του ισθμός
#806
χωλοί
χωλοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωλός
#805
σπυρί
σπυρί
φλεγμονή στο δέρμα που δημιουργεί ένα εξόγκωμα, συνήθως με πύον
#804
ακωκή
ακωκή
tip, spike (a sharp extremity)
#803
φάσης
φάσης
γενική ενικού του φάση
#802
νήσου
νήσου
γενική ενικού του νήσος
#801
όσιοι
όσιοι
επίθετοΠληθυντικός του «όσιος»: ευσεβείς, άγιοι ή σεβάσμιοι άνθρωποι.
#800
έχαβα
έχαβα
#799
άσπρα
άσπρα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρο
#798
κόκκε
κόκκε
κλητική ενικού του κόκκος
#797
υγρής
υγρής
επίθετοΠου έχει υγρασία ή είναι βρεγμένος.
#796
ύπαγε
ύπαγε
ρήμαΠροστακτική του «υπάγω»: φύγε, πήγαινε (συνήθως ως εντολή).
#795
δαίρα
δαίρα
#794
μαμών
μαμών
#793
χέρσα
χέρσα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χέρσος
#792
οίκτε
οίκτε
κλητική ενικού του οίκτος
#791
δίπλα
δίπλα
επίρρημαΣε κοντινή θέση, στο πλάι ή δίπλα σε κάτι/κάποιον.
#790
δάρης
δάρης
ανδρικό επώνυμο
#789
μιστέ
μιστέ
#788
εξήψε
εξήψε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος εξάπτω