Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,914 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#984
ξωθιά
ξωθιά
νεράιδα
#983
νεύσω
νεύσω
ρήμαΚάνω νεύμα, συνήθως με το κεφάλι ή το χέρι, για να δείξω κάτι ή να δώσω σήμα.
#982
λοιμέ
λοιμέ
κλητική ενικού του λοιμός
#981
λίνου
λίνου
γενική ενικού του Λίνος
#980
απτήν
απτήν
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#979
αφυής
αφυής
επίθετοΠου δεν έχει ευφυΐα· χαζός, ανόητος.
#978
νεκρά
νεκρά
επίθετοΘηλυκό πληθυντικό του «νεκρός»: χωρίς ζωή, πεθαμένες.
#977
ρασίν
ρασίν
#976
κόμβε
κόμβε
κλητική ενικού του κόμβος
#975
μόκας
μόκας
γενική ενικού του μόκα
#974
θίασε
θίασε
θίασε αρσενικό
#973
ακμής
ακμής
ουσιαστικόΣτην ακμή της ζωής ή της δύναμής του· στο αποκορύφωμα/κορύφωση.
#972
νέμεα
νέμεα
γυναικείο όνομα θηλυκό
#971
ποίος
ποίος
Ερωτηματική αντωνυμία που σημαίνει «ποιος/ποια/ποιο;» και ζητά ταυτότητα ή επιλογή.
#970
μπρεν
μπρεν
#969
συμβώ
συμβώ
#968
ξανθό
ξανθό
επίθετοΞανθό: ανοιχτόχρωμο, κιτρινωπό (συνήθως για μαλλιά).
#967
απέξω
απέξω
έξω (από κάπου)
#966
σέκου
σέκου
γυναικείο επώνυμο
#965
βάμμε
βάμμε
#964
αμολώ
αμολώ
ρήμαΑφήνω κάτι να φύγει ή να τρέξει ελεύθερα· ξεσκάω/αμολάω.
#963
έβανα
έβανα
#962
στάρι
στάρι
ουσιαστικόΤο σιτάρι, ο καρπός/δημητριακό από το οποίο φτιάχνεται το αλεύρι.
#961
γλυκύ
γλυκύ
επίθετοΓλυκό, με ευχάριστη γεύση σαν ζάχαρη ή μέλι.
#960
γώγου
γώγου
γυναικείο επώνυμο
#959
αγώγι
αγώγι
άλλη μορφή του αγώι
#958
δώρων
δώρων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «δώρο»: των δώρων, δηλ. των δώρων/παρουσιών που προσφέρονται σε κάποιον.
#957
φερών
φερών
επίθετοΜετοχή του «φέρω»: αυτός που κουβαλά ή μεταφέρει κάτι.
#956
χρίσε
χρίσε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χρίζω / χρίω
#955
λείας
λείας
ουσιαστικόΓενική ενικού του «λεία»: τα λάφυρα, ό,τι αρπάζεται ή αποκτάται ως κέρδος.