Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,758 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#828
τρίτο
επίθετοΤο «τρίτο» είναι το ουδέτερο του «τρίτος» και σημαίνει αυτό που είναι στη θέση 3 (π.χ. το τρίτο παιδ…
#827
δεχτό
επίθετοΑποδεκτό· κάτι που γίνεται δεκτό ή θεωρείται σωστό/εντάξει.
#826
σκίνα
ουσιαστικόΗ σκίνα είναι το φυτό μαστιχόδεντρο (Pistacia lentiscus), που δίνει τη μαστίχα.
#825
κενοί
επίθετο«Κενοί» σημαίνει άδειοι, χωρίς περιεχόμενο ή χωρίς ουσία.
#824
διάνα
γυναικείο όνομα
#823
γερές
επίθετοΘηλυκό πληθυντικό του «γερός»: δυνατές, ανθεκτικές, σε καλή κατάσταση/υγεία.
#822
άδειά
ουσιαστικόΗ άδεια είναι η επίσημη έγκριση ή το δικαίωμα να κάνεις κάτι (π.χ. άδεια από τη δουλειά).
#821
έβαζα
ρήμαΠαρατατικός του «βάζω»: τοποθετούσα ή έβαζα κάτι κάπου (π.χ. έβαζα το βιβλίο στο ράφι).
#820
πέννα
ουσιαστικόΣτυλό ή πένα για γράψιμο.
#819
βιώσω
ρήμαΘα ζήσω, θα περάσω μια περίοδο ζωής ή θα βιώσω κάτι.
#818
αγνοώ
δεν γνωρίζω ένα θέμα
#817
ταγήν
#816
φαιής
γενική ενικού του φαιή
#815
χέστε
β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος χέζω
#814
τροία
προϊστορική πόλη στη βορειανατολική ακτή της Μικράς Ασίας, το επίκεντρο του Τρωικού πολέμου, που ανα…
#813
μπότε
ουσιαστικόΥπόδημα που καλύπτει το πόδι και συνήθως φτάνει ως τον αστράγαλο ή πιο ψηλά.
#812
κρέπα
ουσιαστικόΛεπτή τηγανίτα από χυλό (συνήθως με γάλα/αυγά), που τρώγεται γλυκιά ή αλμυρή.
#811
καινέ
κλητική ενικού του καινός
#810
νυκτί
Σημαίνει «τη νύχτα» ή «κατά τη διάρκεια της νύχτας» (δοτική του «νύξ»).
#809
εφύην
#808
στίβο
αιτιατική ενικού του στίβος
#807
ισθμό
αιτιατική ενικού του ισθμός
#806
χωλοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του χωλός
#805
σπυρί
φλεγμονή στο δέρμα που δημιουργεί ένα εξόγκωμα, συνήθως με πύον
#804
ακωκή
tip, spike (a sharp extremity)
#803
φάσης
γενική ενικού του φάση
#802
νήσου
γενική ενικού του νήσος
#801
όσιοι
επίθετοΠληθυντικός του «όσιος»: ευσεβείς, άγιοι ή σεβάσμιοι άνθρωποι.
#800
έχαβα
#799
άσπρα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άσπρο