Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,758 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#768
πέσαν
ρήμα«πέσαν»: λαϊκή/προφορική μορφή του «έπεσαν» (αόριστος του «πέφτω»), δηλ. «έπεσαν κάτω» ή «έπεσαν πάν…
#767
τάρες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάρα
#766
ακούν
#765
όγδοε
#764
τραβώ
άλλη μορφή του τραβάω
#763
απίκο
κατάσταση κατά την οποία η άγκυρα πλοίου φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη, έτοιμη για πόντιση
#762
γλασέ
λεπτό και στιλπνό χαρτί με χρωματιστή, γυαλιστερή όψη στη μία πλευρά, που χρησιμοποιείται κυρίως σε …
#761
χλοών
ουσιαστικόΓρασίδι, χορτάρι (συνήθως φρέσκο/πράσινο).
#760
διετή
επίθετοΠου διαρκεί δύο χρόνια ή αφορά περίοδο δύο ετών.
#759
τέρψε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
#758
μίρνα
γυναικείο όνομα
#757
βάψτε
β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος βάφω
#756
λιάσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος λιάζω
#755
αρμοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αρμός
#754
βάδης
ανδρικό επώνυμο
#753
κεφτέ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#752
λούρα
η βέργα
#751
μύθοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του μύθος
#750
χώσης
γενική ενικού του χώση
#749
βιδών
ρήμαΤρίτο πρόσωπο πληθυντικού του «βιδώνω»: σφίγγουν ή στερεώνουν κάτι με βίδες.
#748
ήξερα
α΄ ενικό οριστικής ενεργητικού παρατατικού του ρήματος ξέρω
#747
σιμοί
επίθετοΠληθυντικός του «σιμός»: με κοντή και πλατιά μύτη, με γυριστά ρουθούνια.
#746
τιτυέ
#745
ζάμας
#744
έκανε
ρήμαΠαρελθοντικός τύπος του «κάνω»: πραγματοποίησε ή έφτιαξε κάτι.
#743
ριγών
γενική πληθυντικού του ρίγα
#742
βίους
αιτιατική πληθυντικού του βίος
#741
μίλτο
#740
ενώσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ενώνω
#739
ώριμη
επίθετοΠου έχει ωριμάσει, έχει φτάσει στο κατάλληλο στάδιο ανάπτυξης ή ετοιμότητας.