Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1176
φτύσε
φτύσε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
#1175
ινδής
ινδής
#1174
πέμψω
πέμψω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
#1173
ραίνε
ραίνε
ρήμαΡαίνε: (προστακτική του «ραίνω») ράντισε, ψέκασε ή πασπάλισε κάτι με υγρό ή λεπτή ουσία.
#1172
αρέσω
αρέσω
είμαι ευχάριστος
#1171
χωράς
χωράς
ρήμαΒ΄ ενικό ενεστώτα του «χωράω»: έχεις αρκετό χώρο ή μπορείς να μπεις/να χωρέσεις κάπου.
#1170
λοχία
λοχία
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λοχίας
#1169
άνομο
άνομο
αιτιατική ενικού του άνομος
#1168
γλύψω
γλύψω
#1167
βοώτη
βοώτη
#1166
έσωνε
έσωνε
ρήμαΠαρατατικός του «σώνω»: τελείωνε/έφτανε στο τέλος ή προλάβαινε (π.χ. «έσωνε η ώρα»).
#1165
σεράι
σεράι
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1164
άσπρε
άσπρε
κλητική ενικού του άσπρος
#1163
πόστο
πόστο
σημαντική, επίκαιρη θέση, σημείο, μέρος
#1162
ξέαμε
ξέαμε
#1161
κίστη
κίστη
καλάθι ή κιβώτιο για τη μεταφορά αντικειμένων
#1160
δόνας
δόνας
γενική ενικού του δόνα
#1159
μοιχό
μοιχό
αιτιατική ενικού του μοιχός
#1158
άλικε
άλικε
κλητική ενικού του άλικος
#1157
ίππου
ίππου
γενική ενικού του ίππος
#1156
μίνιο
μίνιο
κοκκινωπό υλικό, παρασκευασμένο από οξείδια του μολύβδου, σε ρευστή μορφή ή σε σκόνη, που χρησιμοποι…
#1155
ψευδή
ψευδή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ψευδός
#1154
μάνος
μάνος
ανδρικό όνομα
#1153
φωλεό
φωλεό
#1152
μομφή
μομφή
η επίπληξη, η κατάκριση, η κατηγορία
#1151
θίγου
θίγου
γυναικείο επώνυμο
#1150
κέιλι
κέιλι
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1149
αλέκε
αλέκε
#1148
ξυστά
ξυστά
επίρρημαΞυστά: με ξύσιμο, πολύ κοντά ή «στο όριο», π.χ. πέρασε ξυστά από το αυτοκίνητο.
#1147
όμορά
όμορά