Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1206
θετού
θετού
γενική ενικού του θετός
#1205
μύλου
μύλου
γενική ενικού του μύλος
#1204
σέκος
σέκος
ξερός, που έχασε τις αισθήσεις του
#1203
άξισε
άξισε
ρήμαΠαρελθοντικός τύπος του «αξίζω»: είχε αξία ή ήταν άξιο/άξιζε να γίνει.
#1202
χαμίτ
χαμίτ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1201
βίλες
βίλες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βίλα
#1200
ιππία
ιππία
γυναικείο όνομα
#1199
δάκων
δάκων
γενική πληθυντικού του δάκος
#1198
μπλοκ
μπλοκ
δέσμη χάρτινων φύλλων με ποικίλο περιεχόμενο και για διάφορους σκοπούς, ενωμένων με τέτοιο τρόπο, ώσ…
#1197
λάμνω
λάμνω
κωπηλατώ
#1196
υψώσω
υψώσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υψώνω
#1195
πιένα
πιένα
η μαζική προσέλευση θεατών και κοινού σε θεατρική παράσταση, μουσική συναυλία κ.λπ.
#1194
χαλάν
χαλάν
#1193
φράπα
φράπα
αειθαλές φυτό (λατινικό όνομα Citrus maxima) που ανήκει στα εσπεριδοειδή, με καρπούς που έχουν σχήμα…
#1192
ρόκας
ρόκας
ανδρικό επώνυμο
#1191
σίριλ
σίριλ
ανδρικό όνομα
#1190
ροφός
ροφός
μεγάλο ψάρι (επιστημονική ονομασία Epinephelus marginatus)
#1189
θλίψι
θλίψι
ουσιαστικόΣτενοχώρια ή ψυχική πίεση/δυσκολία που προκαλεί λύπη και άγχος.
#1188
ερίσω
ερίσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
#1187
λούκι
λούκι
αγωγός / σωλήνας συγκέντρωσης και απορροής ή αποχέτευσης των νερών της βροχής από τη στέγη ή άλλα ση…
#1186
βάρδα
βάρδα
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βάρδας
#1185
μορτή
μορτή
το μερίδιο που παίρνει ο ιδιοκτήτης του κτήματος από την παραγωγή που έβγαλε ο καλλιεργητής καλλιεργ…
#1184
σάμων
σάμων
#1183
έλενα
έλενα
γυναικείο όνομα
#1182
ξυπνώ
ξυπνώ
πιο επίσημη μορφή του ξυπνάω
#1181
τέλει
τέλει
Σημαίνει «τέλεια/μια χαρά», ως επιφώνημα ή απάντηση ότι κάτι είναι πολύ καλό.
#1180
φερσό
φερσό
#1179
ταγών
ταγών
γενική πληθυντικού του ταγός
#1178
γκριν
γκριν
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1177
άφρον
άφρον
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άφρων