Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά · Archive
Όλες οι λέξεις
1,758
καθημερινές λέξεις και αυξάνονται
Classic
Speed Streak
Dordle
Quordle
Octordle
Sedecordle
Duotrigordle
#1188
ερίσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ερίζω
#1187
λούκι
αγωγός / σωλήνας συγκέντρωσης και απορροής ή αποχέτευσης των νερών της βροχής από τη στέγη ή άλλα ση…
#1186
βάρδα
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Βάρδας
#1185
μορτή
το μερίδιο που παίρνει ο ιδιοκτήτης του κτήματος από την παραγωγή που έβγαλε ο καλλιεργητής καλλιεργ…
#1184
σάμων
#1183
έλενα
γυναικείο όνομα
#1182
ξυπνώ
πιο επίσημη μορφή του ξυπνάω
#1181
τέλει
Σημαίνει «τέλεια/μια χαρά», ως επιφώνημα ή απάντηση ότι κάτι είναι πολύ καλό.
#1180
φερσό
#1179
ταγών
γενική πληθυντικού του ταγός
#1178
γκριν
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1177
άφρον
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του άφρων
#1176
φτύσε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος φτύνω
#1175
ινδής
genitive singular of Ινδή (Indí)
#1174
πέμψω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πέμπω
#1173
ραίνε
ρήμα
Ραίνε: (προστακτική του «ραίνω») ράντισε, ψέκασε ή πασπάλισε κάτι με υγρό ή λεπτή ουσία.
#1172
αρέσω
είμαι ευχάριστος
#1171
χωράς
ρήμα
Β΄ ενικό ενεστώτα του «χωράω»: έχεις αρκετό χώρο ή μπορείς να μπεις/να χωρέσεις κάπου.
#1170
λοχία
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του λοχίας
#1169
άνομο
αιτιατική ενικού του άνομος
#1168
γλύψω
#1167
βοώτη
#1166
έσωνε
ρήμα
Παρατατικός του «σώνω»: τελείωνε/έφτανε στο τέλος ή προλάβαινε (π.χ. «έσωνε η ώρα»).
#1165
σεράι
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1164
άσπρε
κλητική ενικού του άσπρος
#1163
πόστο
σημαντική, επίκαιρη θέση, σημείο, μέρος
#1162
ξέαμε
#1161
κίστη
καλάθι ή κιβώτιο για τη μεταφορά αντικειμένων
#1160
δόνας
γενική ενικού του δόνα
#1159
μοιχό
αιτιατική ενικού του μοιχός
← Newer
Page 20 / 59
Older →
Play Today's Wordle