Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,914 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1284
χρυσή
χρυσή
επίθετοΘηλυκό του «χρυσός»: που είναι από χρυσό ή έχει χρυσαφί χρώμα.
#1283
μασκέ
μασκέ
χαρακτηρισμός αποκριάτικης εκδήλωσης όπου οι καλεσμένοι πρέπει να είναι μασκαρεμένοι, να φορούν στολ…
#1282
σίελο
σίελο
ουσιαστικόΤο σάλιο, το υγρό που παράγεται στο στόμα.
#1281
ένθεα
ένθεα
επίθετοΠληθυντικός του «ένθεος»: εμπνευσμένα ή γεμάτα ενθουσιασμό/έμπνευση.
#1280
μισού
μισού
επίθετοΓενική ενικού του «μισός»: του μισού, δηλ. του 50% ή του ενός από τα δύο ίσα μέρη.
#1279
άπτει
άπτει
ρήμαΑνάβει ή βάζει φωτιά σε κάτι· (επίσης) αγγίζει/εφάπτεται.
#1278
βέρου
βέρου
γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του βέρος
#1277
έτυμη
έτυμη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έτυμος
#1276
θύουν
θύουν
ρήμαΡίχνουν θυμίαμα ή καίνε λιβάνι (συνήθως σε τελετή/εκκλησία).
#1275
οκνός
οκνός
ουσιαστικόΗ τεμπελιά ή η απροθυμία να κάνεις κάτι, ειδικά από βαρεμάρα ή κούραση.
#1274
εύηχο
εύηχο
επίθετοΠου ακούγεται ευχάριστα και αρμονικά στο αυτί.
#1273
ουγκώ
ουγκώ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο),
#1272
εποχή
εποχή
ουσιαστικόΧρονική περίοδος ή εποχή του χρόνου με κοινά χαρακτηριστικά (π.χ. εποχή του χρόνου, ιστορική εποχή).
#1271
τάκων
τάκων
γενική πληθυντικού του τάκος
#1270
ολβία
ολβία
γυναικείο όνομα
#1269
ρίποι
ρίποι
ουσιαστικόΞαφνικές, δυνατές ριπές ανέμου (συνήθως στον πληθυντικό).
#1268
πόλος
πόλος
το καθένα από τα δύο ακρότατα σημεία του άξονα περιστροφής της γης ή άλλου ουράνιου σώματος
#1267
γλοιό
γλοιό
ουσιαστικόΓλοιός: παχύρρευστη, γλιστερή βλέννα ή κολλώδης ουσία.
#1266
άμωμο
άμωμο
αιτιατική ενικού του άμωμος
#1265
είστε
είστε
ρήμαΒ΄ πληθυντικό ενεστώτα του «είμαι»: χρησιμοποιείται για να πεις «εσείς είστε» (you are).
#1264
ιλαρή
ιλαρή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιλαρός
#1263
τράτο
τράτο
διάστημα, περιθώριο χρόνου ή απόστασης.
#1262
ψηλός
ψηλός
που έχει μεγάλο ανάστημα
#1261
ζίχνη
ζίχνη
ουσιαστικόΛεπτή πάχνη ή παγωμένη υγρασία που σχηματίζεται πάνω σε επιφάνειες, συνήθως το πρωί.
#1260
ξείπε
ξείπε
#1259
λάτση
λάτση
γυναικείο επώνυμο
#1258
ρόλου
ρόλου
γενική ενικού του ρόλος
#1257
όμπυα
όμπυα
#1256
άθεων
άθεων
γενική πληθυντικού του άθεος
#1255
ξυσιά
ξυσιά