Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1146
πόρσε
πόρσε
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1145
εσάνς
εσάνς
ουσιαστικόη ουσία ή το βασικό νόημα/πυρήνας ενός πράγματος.
#1144
λίνεν
λίνεν
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#1143
αυγές
αυγές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αυγή
#1142
οσφύς
οσφύς
η μέση· η περιοχή της ράχης μεταξύ του θώρακα και των γλουτών· αντιστοιχεί στην οσφυική μοίρα της σπ…
#1141
μέναν
μέναν
#1140
απάγω
απάγω
με τη χρήση βίας αναγκάζω κάποιον να έρθει μαζί μου σε άλλο τόπο στον οποίο τον κρατάω χωρίς τη θέλη…
#1139
γάτας
γάτας
γενική ενικού του γάτα
#1138
ρέμος
ρέμος
ρωμαϊκό ανδρικό όνομα, του μυθολογικού ιδρυτή της Ρώμης, αδελφού του Ρωμύλος
#1137
έσοδά
έσοδά
ουσιαστικόΤα χρήματα που εισπράττει κάποιος ή μια επιχείρηση (έσοδα).
#1136
χύσια
χύσια
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χύσι
#1135
φάρος
φάρος
ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Φάρου)
#1134
λειρί
λειρί
το κόκκινο λοφίο του κόκορα
#1133
ακτίο
ακτίο
#1132
έγκας
έγκας
#1131
ίσιος
ίσιος
επίθετοΠου είναι ευθύς, ίσιος, χωρίς καμπύλες ή κλίση.
#1130
λήγων
λήγων
που λήγει, καταλήγει, ο τελευταίος
#1129
οχυρή
οχυρή
επίθετοΘηλυκό του «οχυρός»: καλά προστατευμένη ή ενισχυμένη, δύσκολη να καταληφθεί (π.χ. θέση/άμυνα).
#1128
ψωλές
ψωλές
ουσιαστικόΧυδαίος όρος για τα ανδρικά γεννητικά όργανα (πληθυντικός του «ψωλή»).
#1127
πείθω
πείθω
κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, να ακολουθήσει τη γνώμη κάποιου άλλου ή γενικά τον παροτρύνω αποτελεσ…
#1126
λάρος
λάρος
γλάρος
#1125
τίλια
τίλια
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τίλιο
#1124
πόθον
πόθον
ουσιαστικόΈντονη επιθυμία ή λαχτάρα για κάτι ή κάποιον.
#1123
πίρος
πίρος
ξύλινος ή μεταλλικός κύλινδρος που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση εξαρτημάτων ενός μηχανισμού ή μιας…
#1122
τέμνω
τέμνω
ρήμαΚόβω ή τεμαχίζω κάτι με εργαλείο (π.χ. μαχαίρι).
#1121
ορλόφ
ορλόφ
ανδρικό όνομα
#1120
ρέατε
ρέατε
#1119
κρότε
κρότε
κλητική ενικού του κρότος
#1118
μπλου
μπλου
μπλε
#1117
θήβες
θήβες
ουσιαστικόΟι Θήβες είναι πόλη της Βοιωτίας στην Ελλάδα.