Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,757 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1097
κόμες
ουσιαστικόΠληθυντικός της «κόμη»: τα μαλλιά του κεφαλιού, ιδίως όταν είναι πλούσια ή μακριά.
#1096
πλήξη
ουσιαστικόΗ κατάσταση ανίας και βαρεμάρας, όταν δεν υπάρχει ενδιαφέρον ή απασχόληση.
#1095
σκέτο
επίθετοΧωρίς τίποτα άλλο, μόνο του· απλό και χωρίς πρόσθετα.
#1094
ρέγξω
ρήμαΘα ροχαλίσω (θα βγάλω ήχο ροχαλητού στον ύπνο).
#1093
αρέας
ανδρικό όνομα
#1092
βαθιά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύς
#1091
λουρί
για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων
#1090
βλάψε
ρήμαΑόριστος του «βλάπτω»: προκάλεσε ζημιά ή βλάβη σε κάτι/κάποιον.
#1089
σομφό
αιτιατική ενικού του σομφός
#1088
νότοι
ουσιαστικόΟι νότοι είναι οι νότιοι άνεμοι, δηλαδή άνεμοι που φυσούν από τον νότο.
#1087
αδάνα
#1086
καπνό
ουσιαστικόΟ καπνός είναι ο γκρίζος αέρας/ατμός που βγαίνει από φωτιά ή από τσιγάρο.
#1085
βίωνα
#1084
σφήκα
είδος εντόμου της τάξης Υμενόπτερα (λατινικά: Hymenoptera) με φαρμακερό κεντρί και με κίτρινες και μ…
#1083
μιάου
νιάου, η φωνή της γάτας
#1082
μέχρι
ακόμα και, έως και
#1081
ήπιοι
επίθετοΠληθυντικός του «ήπιος»: ήρεμοι, με ήπιο χαρακτήρα ή χωρίς ένταση/σφοδρότητα.
#1080
τρίτα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τρίτο
#1079
βώλου
γυναικείο επώνυμο
#1078
τρίψε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τρίβω
#1077
άεργη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άεργος
#1076
ούλου
γενική ενικού του ούλο
#1075
αψιάς
#1074
γίγας
ουσιαστικόΠολύ μεγάλος και δυνατός άνθρωπος ή πλάσμα· γίγαντας.
#1073
ψυχός
τελετουργικός εορτασμός προς τιμήν των ψυχών τεθνεώτων προσφιλών προσώπων
#1072
βουλή
ουσιαστικόΣυμβουλή ή γνώμη για το τι πρέπει να γίνει.
#1071
ξεροί
επίθετοnominative/vocative masculine plural of ξερός (xerós)
#1070
άσθμα
ουσιαστικόΧρόνια πάθηση των αεραγωγών που προκαλεί δύσπνοια, συριγμό και βήχα.
#1069
βάθρα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βάθρο
#1068
γερού
γενική ενικού του γερός