Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1116
ντόχα
ντόχα
η πρωτεύουσα του Κατάρ
#1115
τίμιε
τίμιε
επίθετοΠροσφώνηση που σημαίνει «αγαπητέ/σεβαστέ» (π.χ. σε επιστολές: «Τίμιε κύριε»).
#1114
χάβει
χάβει
#1113
δώρας
δώρας
ανδρικό επώνυμο
#1112
μαξίμ
μαξίμ
ανδρικό όνομα
#1111
λάρσα
λάρσα
γυναικείο επώνυμο
#1110
κορφή
κορφή
ουσιαστικόΗ κορυφή ή το ψηλότερο σημείο ενός βουνού ή άλλου πράγματος.
#1109
ραφές
ραφές
ουσιαστικόΟι ραφές είναι οι γραμμές/ενώσεις από ράψιμο που ενώνουν κομμάτια υφάσματος ή δέρματος.
#1108
έζεξα
έζεξα
#1107
κέρκο
κέρκο
#1106
ψαροί
ψαροί
επίθετοΠληθυντικός του «ψαρός»: γκρίζος, με άσπρες τρίχες ή μαλλιά.
#1105
λωτού
λωτού
ουσιαστικόΓενική πτώση του «λωτός»: το δέντρο λωτός ή ο καρπός του (persimmon).
#1104
μουνί
μουνί
η ακαταστασία, το μπάχαλο
#1103
ξέσις
ξέσις
ξέσιμο
#1102
ρένος
ρένος
ανδρικό όνομα
#1101
ναούμ
ναούμ
ένας από τους δώδεκα μικρούς προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης
#1100
άσιτο
άσιτο
επίθετοΠου δεν έχει φάει, νηστικός.
#1099
τράκο
τράκο
τρακάρισμα, σύγκρουση
#1098
χύσει
χύσει
απαρέμφατο αορίστου του ρήματος χύνω
#1097
κόμες
κόμες
ουσιαστικόΠληθυντικός της «κόμη»: τα μαλλιά του κεφαλιού, ιδίως όταν είναι πλούσια ή μακριά.
#1096
πλήξη
πλήξη
ουσιαστικόΗ κατάσταση ανίας και βαρεμάρας, όταν δεν υπάρχει ενδιαφέρον ή απασχόληση.
#1095
σκέτο
σκέτο
επίθετοΧωρίς τίποτα άλλο, μόνο του· απλό και χωρίς πρόσθετα.
#1094
ρέγξω
ρέγξω
ρήμαΘα ροχαλίσω (θα βγάλω ήχο ροχαλητού στον ύπνο).
#1093
αρέας
αρέας
ανδρικό όνομα
#1092
βαθιά
βαθιά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του βαθύς
#1091
λουρί
λουρί
για το δέσιμο ή τη στερέωση αντικειμένων, εξαρτημάτων, ρούχων
#1090
βλάψε
βλάψε
ρήμαΑόριστος του «βλάπτω»: προκάλεσε ζημιά ή βλάβη σε κάτι/κάποιον.
#1089
σομφό
σομφό
αιτιατική ενικού του σομφός
#1088
νότοι
νότοι
ουσιαστικόΟι νότοι είναι οι νότιοι άνεμοι, δηλαδή άνεμοι που φυσούν από τον νότο.
#1087
αδάνα
αδάνα