Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,914 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1254
μίμης
μίμης
ανδρικό όνομα
#1253
χυτές
χυτές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυτή
#1252
τίρσο
τίρσο
ουσιαστικόΡαβδί στολισμένο με κισσό ή φύλλα, σύμβολο του Διονύσου και των μαινάδων.
#1251
κόψης
κόψης
γενική ενικού του κόψη
#1250
ψητοί
ψητοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψητός
#1249
βλάβη
βλάβη
ουσιαστικόΖημιά ή βλάβη σε κάτι, δηλαδή φθορά ή δυσλειτουργία που το κάνει να μην δουλεύει σωστά.
#1248
γύψων
γύψων
γενική πληθυντικού του γύψος
#1247
ρογών
ρογών
γενική πληθυντικού του ρόγα
#1246
λίβυε
λίβυε
Κλητική του «Λίβυος»: απευθύνεται σε άντρα από τη Λιβύη.
#1245
κώλων
κώλων
γενική πληθυντικού του κώλος
#1244
θαφθώ
θαφθώ
ρήμαΘαφθώ: θα μπω στο χώμα, θα ταφώ (συνήθως για νεκρό).
#1243
βέγας
βέγας
ανδρικό όνομα
#1242
σκάλα
σκάλα
κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κ…
#1241
ζερβά
ζερβά
αριστερά
#1240
σταντ
σταντ
κατασκευή για τοποθέτηση ποικίλων αντικειμένων
#1239
ρολών
ρολών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «ρολό»: κυλινδρικό αντικείμενο ή ρολό χαρτιού/υφάσματος τυλιγμένο σε κύλινδρο…
#1238
έζεξε
έζεξε
#1237
θείων
θείων
γενική πληθυντικού του θείο
#1236
βαβέλ
βαβέλ
η πόλη και ο πύργος όπου συνέβη η σύγχυση των γλωσσών σύμφωνα με την Βίβλο
#1235
φλέγω
φλέγω
καίω, πυρπολώ, προκαλώ έντονα συναισθήματα
#1234
παύσω
παύσω
ρήμαΣταματώ ή παύω κάτι, κάνω να μην συνεχίζεται.
#1233
φαντή
φαντή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαντός
#1232
δέναν
δέναν
#1231
πύργε
πύργε
κλητική ενικού του πύργος
#1230
χοϊκό
χοϊκό
επίθετοΠου είναι φτιαγμένος από χώμα ή σκόνη· γήινος, υλικός.
#1229
γόνοι
γόνοι
ουσιαστικόΤα παιδιά ή οι απόγονοι κάποιου· η νέα γενιά.
#1228
τίγρη
τίγρη
ουσιαστικόΜεγάλο αιλουροειδές με πορτοκαλί τρίχωμα και μαύρες ρίγες.
#1227
ψάμμο
ψάμμο
ουσιαστικόΗ ψάμμος είναι η λεπτή άμμος, συνήθως της παραλίας ή του βυθού.
#1226
λεμάν
λεμάν
ανδρικό όνομα
#1225
φακού
φακού
ουσιαστικόΓενική πτώση του «φακός»: του φορητού φωτιστικού ή του οπτικού φακού (π.χ. κάμερας).