Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,863 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#423
ιεράς
ιεράς
επίθετοΘηλυκό του «ιερός»: που είναι άγια ή σχετική με τη θρησκεία.
#422
δεήσω
δεήσω
ρήμαΘα παρακαλέσω ή θα ικετεύσω (μέλλοντας του «δέομαι»).
#421
έψεξα
έψεξα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος ψέγω
#420
περνώ
περνώ
πιο επίσημη μορφή του περνάω
#419
κανάλ
κανάλ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#418
άπονη
άπονη
επίθετοΠου δεν δείχνει οίκτο ή συμπόνια· σκληρός, ανελέητος.
#417
γωνία
γωνία
ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ευθείες που τέμνονται, κοντά στο σημείο τομής τους
#416
μιχθώ
μιχθώ
#415
μαμής
μαμής
ανδρικό επώνυμο
#414
κρύψω
κρύψω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κρύβω
#413
ηχείς
ηχείς
ρήμα«ηχείς» = «ηχείς/ηχείς» (β΄ ενικό ενεστώτα του «ηχώ»): βγάζεις ήχο, αντηχείς.
#412
κολάν
κολάν
εφαρμοστό παντελόνι που «κολλάει» στο σώμα
#411
δήλοι
δήλοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του δήλος
#410
έθιξε
έθιξε
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος θίγω
#409
δειλέ
δειλέ
επίθετοΚλητική του «δειλός»: προσφώνηση σε κάποιον που είναι φοβητσιάρης ή άτολμος.
#408
τσίου
τσίου
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#407
έργων
έργων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «έργο»: των έργων, δηλ. των εργασιών/πράξεων ή δημιουργημάτων.
#406
χωστή
χωστή
κορμοί δέντρου ή πάσσαλοι στερεωμένοι στην παραλία για το τράβηγμα στη στεριά ενός καϊκιού, ενός πλε…
#405
σγάρα
σγάρα
γυναικείο επώνυμο
#404
εξωθώ
εξωθώ
ωθώ με βία και προς τα έξω
#403
έφεσή
έφεσή
#402
άδετο
άδετο
αιτιατική ενικού του άδετος
#401
χίασα
χίασα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος χιάζω
#400
κενάν
κενάν
ανδρικό όνομα
#399
εύνου
εύνου
#398
ύφανα
ύφανα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υφαίνω
#397
ισαίε
ισαίε
#396
βρέφη
βρέφη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του βρέφος
#395
κείνο
κείνο
αιτιατική ενικού του κείνος
#394
κλάψα
κλάψα
άλλη μορφή του κλάμα, θρήνος