Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#336
πρώην
πρώην
που κατείχε στο παρελθόν την αναφερόμενη ιδιότητα ή αξίωμα
#335
ταλίν
ταλίν
άλλη μορφή του Τάλιν
#334
ξερού
ξερού
γενική ενικού του ξερός
#333
αυλού
αυλού
γενική ενικού του αυλός
#332
καμπή
καμπή
το σημείο στο οποίο μία γραμμή κάμπτεται, καμπυλώνεται και αλλάζει διεύθυνση
#331
θάμπη
θάμπη
#330
τζίβα
τζίβα
είδος άγριου και ψιλού χορταριού, με το οποίο παλαιότερα γέμιζαν μαξιλάρια και στρώματα ή από το οπο…
#329
άλογα
άλογα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άλογο
#328
έλκον
έλκον
#327
φίσερ
φίσερ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#326
σταθώ
σταθώ
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος στέκομαι
#325
λάλου
λάλου
γυναικείο επώνυμο
#324
άφορο
άφορο
αιτιατική ενικού του άφορος
#323
άφωνα
άφωνα
χωρίς φωνή
#322
χορού
χορού
γενική ενικού του χορός
#321
μυική
μυική
#320
ζώνει
ζώνει
ρήμαΤυλίγει ή δένει κάτι γύρω από τη μέση ή το σώμα, βάζοντας ζώνη.
#319
κάλβο
κάλβο
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#318
τάκοι
τάκοι
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του τάκος
#317
τήξτε
τήξτε
β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τήκω
#316
έραβα
έραβα
#315
ίσιοι
ίσιοι
επίθετο«Ίσιοι» = ευθείς, χωρίς καμπύλες ή στραβώματα (πληθυντικός του «ίσιος»).
#314
ποιεί
ποιεί
ρήμαΚάνει, δημιουργεί ή εκτελεί κάτι.
#313
σουέτ
σουέτ
απαλό δέρμα για παπούτσια και ρούχα
#312
άγιων
άγιων
επίθετοΓενική πληθυντικού του «άγιος»: των αγίων, δηλ. των ιερών/αγιοποιημένων προσώπων.
#311
γράφε
γράφε
ρήμαΠροστακτική του «γράφω»: βάλε κάτι σε γραπτή μορφή, σημείωσε ή γράψε κείμενο.
#310
καλού
καλού
γενική ενικού του καλό
#309
άθλος
άθλος
πολύ δύσκολη ή σπουδαία πράξη, κατόρθωμα, ή επίτευγμα
#308
ψητού
ψητού
γενική ενικού του ψητός
#307
χάβρα
χάβρα
η εβραϊκή συναγωγή