Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,863 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#453
θυμών
θυμών
γενική πληθυντικού του θυμός
#452
αήθης
αήθης
χωρίς ήθος. Βαρύς χαρακτηρισμός για επιθετική, προσβλητική ενέργεια
#451
υιική
υιική
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υιικός
#450
ποτόν
ποτόν
ουσιαστικόΑλκοολούχο ποτό, όπως κρασί, μπύρα ή ποτό σε μπαρ.
#449
αθώας
αθώας
επίθετοΑιτιατική πληθυντικού του «αθώος»: που δεν έχει ενοχή ή ευθύνη για κάτι.
#448
λύρας
λύρας
γενική ενικού του λύρα
#447
ρέγγε
ρέγγε
#446
τάζει
τάζει
ρήμαΥπόσχεται ή δεσμεύεται να κάνει κάτι.
#445
ράμφη
ράμφη
ουσιαστικόΤα ράμφη είναι τα σκληρά, μυτερά «στόματα» των πουλιών (και ορισμένων ζώων), δηλ. τα ράμφη/μύτες του…
#444
άτοκη
άτοκη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άτοκος
#443
ντίαθ
ντίαθ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#442
άνεμο
άνεμο
ουσιαστικόΟ άνεμος είναι ο αέρας που κινείται, δηλαδή το φύσημα του αέρα.
#441
ρίπτω
ρίπτω
στους τύπους ερρίφθη, ερρίφθησαν (3α πρόσωπα παθητικού αορίστου, ιδίως στα σύνθετά τους)
#440
αετός
αετός
αρπακτικό πουλί
#439
σαλήμ
σαλήμ
ανδρικό όνομα
#438
χώρες
χώρες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «χώρα»: κράτη ή έθνη (π.χ. Ελλάδα, Γαλλία).
#437
ψίαθο
ψίαθο
#436
γύρας
γύρας
γενική ενικού του γύρα
#435
πεύκο
πεύκο
ουσιαστικόΤο πεύκο είναι κωνοφόρο δέντρο με βελόνες και κουκουνάρια.
#434
ψήνου
ψήνου
ρήμαΜορφή του ρήματος «ψήνω»: (εγώ) ψήνω, δηλ. μαγειρεύω/ψήνω κάτι στη φωτιά ή στον φούρνο.
#433
φίλης
φίλης
γενική ενικού, θηλυκού γένους (φίλη) του φίλος
#432
μόρτη
μόρτη
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του μόρτης
#431
κούπα
κούπα
κύπελλο ή πολύ μεγάλο φλιτζάνι με ή χωρίς λαβή
#430
λόχων
λόχων
γενική πληθυντικού του λόχος
#429
όρμων
όρμων
γενική πληθυντικού του όρμος
#428
αίγιο
αίγιο
πόλη της Ελλάδας
#427
φέστα
φέστα
παλιότερος τρόπος προφοράς της λεξης φιέστα, για τη γιορτή, το πανηγύρι
#426
έκτωρ
έκτωρ
Ήρωας της Ιλιάδας, γιος του Πρίαμου και της Εκάβης, σύζυγος της Ανδρομάχης, ο οποίος σκοτώθηκε μονομ…
#425
ήλιος
ήλιος
ουσιαστικόΤο άστρο του ηλιακού μας συστήματος που φωτίζει και θερμαίνει τη Γη.
#424
τοκάς
τοκάς
άλλη μορφή του τόκα (θηλυκό)