Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#366
άλυτε
άλυτε
κλητική ενικού του άλυτος
#365
θάπτε
θάπτε
ρήμα«θάπτε» = (αυτός/αυτή/αυτό) θάβει· βάζει κάποιον/κάτι στο χώμα, κάνει ταφή.
#364
στόφα
στόφα
ουσιαστικόΎφασμα, συνήθως χοντρό ή καλής ποιότητας, για ρούχα ή ταπετσαρίες.
#363
πλωτή
πλωτή
επίθετοΠου επιπλέει ή μπορεί να επιπλέει στο νερό.
#362
στύψε
στύψε
ρήμαΠροστακτική του «στύβω»: πίεσε/στίψε κάτι (π.χ. λεμόνι) για να βγάλει χυμό.
#361
όδευε
όδευε
ρήμαΠαρατατικός του «οδεύω»: πήγαινε/πορευόταν προς κάποιον προορισμό.
#360
άθολη
άθολη
επίθετοΠου είναι καθαρή και διαυγής, χωρίς θολούρα.
#359
ψυχτώ
ψυχτώ
#358
σορών
σορών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «σορός»: το φέρετρο ή η λάρνακα όπου τοποθετείται νεκρός.
#357
μπαλί
μπαλί
ουσιαστικόΜικρή σφαίρα από υλικό όπως μέταλλο ή πλαστικό, που χρησιμοποιείται κυρίως ως βλήμα σε όπλα.
#356
κάμπε
κάμπε
κλητική ενικού του κάμπος
#355
ιταλέ
ιταλέ
#354
μύησα
μύησα
ρήμα«Μύησα» = μύησα κάποιον: τον εισήγαγα/τον μύησα σε κάτι, του έδειξα τα βασικά ή τον έκανα μέλος.
#353
ισμέτ
ισμέτ
ανδρικό όνομα
#352
έπινε
έπινε
ρήμαΠαρατατικός του «πίνω»: έπινε (αυτός/αυτή) = έπινε ποτό ή άλλο υγρό.
#351
βιλάρ
βιλάρ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#350
αξώμη
αξώμη
#349
άγιου
άγιου
Γενική ενικού του «άγιος»: του αγίου, δηλ. του ιερού προσώπου/αγίου της Εκκλησίας.
#348
άνετα
άνετα
επίρρημαΜε άνεση, χωρίς δυσκολία ή πίεση· χαλαρά.
#347
απλές
απλές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του απλή
#346
γείρε
γείρε
ρήμαΠροστακτική του «γέρνω»: κλίνε/γύρε προς μια πλευρά ή σκύψε.
#345
ιερής
ιερής
επίθετοΘηλυκός τύπος του «ιερός»: που ανήκει ή σχετίζεται με τη θρησκεία, το ιερό ή το θείο.
#344
ψευδέ
ψευδέ
κλητική ενικού του ψευδός
#343
αλέξη
αλέξη
γυναικείο όνομα
#342
σάβος
σάβος
#341
πουλί
πουλί
ουσιαστικόΜικρό ζώο με φτερά και ράμφος που συνήθως πετά και κελαηδά.
#340
ήσκιο
ήσκιο
#339
διάγε
διάγε
#338
νοερό
νοερό
αιτιατική ενικού του νοερός
#337
ξηστό
ξηστό
ουσιαστικόΞυστό: παγωμένο γλύκισμα από τριμμένο πάγο με σιρόπι (σαν γρανίτα).