Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,778 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#218
αρχήν
αρχήν
ουσιαστικόΤην αρχή, το ξεκίνημα ή το πρώτο μέρος κάτιου.
#217
δύστε
δύστε
#216
χηλές
χηλές
ουσιαστικόΟι χηλές είναι οι δαγκάνες/νύχια ορισμένων ζώων, όπως του καβουριού ή του σκορπιού.
#215
λίβας
λίβας
ξηρός και θερμός νοτιοδυτικός άνεμος
#214
θύμων
θύμων
γενική πληθυντικού του θύμος
#213
λιρών
λιρών
γενική πληθυντικού του λίρα
#212
έσοδο
έσοδο
τα χρήματα (ή άλλες πρόσοδοι) που λαμβάνει κάποιος
#211
ζαλιά
ζαλιά
το φορτίο που μπορεί κάποιος να ζαλωθεί, να μεταφέρει στους ώμους του
#210
οπτών
οπτών
γενική πληθυντικού του οπτός
#209
έγελε
έγελε
#208
λογάς
λογάς
αυθάδης, θρασύς
#207
άφωνη
άφωνη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφωνος
#206
ωθείς
ωθείς
β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωθώ
#205
αμιγή
αμιγή
αιτιατική ενικού του αμιγής
#204
τάπες
τάπες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάπα
#203
γάζες
γάζες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάζα
#202
κυρτά
κυρτά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κυρτός
#201
εχτρέ
εχτρέ
#200
ροφοί
ροφοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ροφός
#199
σακιά
σακιά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σακί
#198
ράλεϊ
ράλεϊ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#197
ανήκω
ανήκω
είμαι μέρος ενός συνόλου
#196
μόριο
μόριο
η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορεί να υπάρχει ελεύθερη χωρίς να χάνει τις ιδιότητές της
#195
λίνος
λίνος
ανδρικό όνομα
#194
τανύω
τανύω
άλλη μορφή του τανύζω
#193
χάρου
χάρου
γενική ενικού του χάρος
#192
ρύμες
ρύμες
ουσιαστικόΣτενά δρομάκια ή μικροί δρόμοι, συνήθως σε πόλη ή οικισμό.
#191
χύσις
χύσις
ουσιαστικόη πράξη του χύνω, δηλ. το χύσιμο/η έκχυση ενός υγρού.
#190
νάνων
νάνων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «νάνος»: πολύ κοντός άνθρωπος ή μυθικό μικρόσωμο πλάσμα.
#189
σαθρέ
σαθρέ
κλητική ενικού του σαθρός