Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,848 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#288
θύρσε
θύρσε
κλητική ενικού του θύρσος
#287
όασης
όασης
γενική ενικού του όαση
#286
καρκώ
καρκώ
γυναικείο όνομα
#285
υπέχω
υπέχω
έχω, λαμβάνω μια θέση, μια ιδιότητα έναντι κάποιου
#284
ρήσις
ρήσις
ουσιαστικόΛόγος ή φράση που λέγεται ή γράφεται, συνήθως ως απόσπασμα ή ρητό.
#283
τέλος
τέλος
το σημείο πέραν του οποίου δε συνεχίζεται μια ενέργεια ή ένα πράγμα, το έσχατο σημείο, το πέρας
#282
άμαθο
άμαθο
αιτιατική ενικού του άμαθος
#281
θερμέ
θερμέ
κλητική ενικού του θερμός
#280
λοκρέ
λοκρέ
#279
μπουμ
μπουμ
δυνατός θόρυβος, κρότος
#278
κάδμο
κάδμο
#277
στήθη
στήθη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του στήθος
#276
έληξα
έληξα
α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος λήγω
#275
πείσω
πείσω
α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πείθω
#274
βρώμα
βρώμα
συχνή, σφαλερή γραφή του βρόμα για την ορθογραφία
#273
κουλά
κουλά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (κουλό) του κουλός
#272
δασού
δασού
γενική ενικού του δασός
#271
στέπα
στέπα
οικοσύστημα της Κεντρικής Ασίας που χαρακτηρίζεται από απέραντες εκτάσεις χορταριού και έλλειψη βροχ…
#270
χαΐρι
χαΐρι
η προκοπή
#269
άγαμε
άγαμε
ρήμαΤύπος του ρήματος «άγω»: «εμείς οδηγούσαμε/φέρναμε» (παρατατικός).
#268
λέμον
λέμον
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#267
χορός
χορός
το αποτέλεσμα, η ενέργεια του χορεύω, προκαθορισμένες ή αυθόρμητες ρυθμικές κινήσεις συνήθως με την …
#266
μονών
μονών
γενική πληθυντικού του μονός
#265
τραγή
τραγή
τραγίσιο δέρμα
#264
βύζαν
βύζαν
#263
σαθρό
σαθρό
αιτιατική ενικού του σαθρός
#262
οβίδα
οβίδα
βλήμα πυροβόλου (πχ κανονιού ή όλμου), μεγάλου διαμετρήματος σε αντίθεση με τη σφαίρα
#261
άδανα
άδανα
πόλη της Τουρκίας
#260
τσέχο
τσέχο
#259
έξεων
έξεων
γενική πληθυντικού του έξη