Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,764 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#234
εθνών
εθνών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «έθνος»: των εθνών, δηλ. των λαών/κρατών.
#233
λυσσά
λυσσά
ουσιαστικόΈντονη οργή ή μανία, κατάσταση έξαλλης συμπεριφοράς.
#232
λιανό
λιανό
αιτιατική ενικού του λιανός
#231
όροφο
όροφο
αιτιατική ενικού του όροφος
#230
άφοβη
άφοβη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφοβος
#229
σκάλο
σκάλο
ουσιαστικόΣκαλοπάτι ή βαθμίδα σκάλας, το σημείο όπου πατάς για να ανέβεις ή να κατέβεις.
#228
φθονώ
φθονώ
ζηλεύω
#227
γάζας
γάζας
γενική ενικού του γάζα
#226
σπορά
σπορά
σκόρπισμα σπόρων σε κατάλληλα προετοιμασμένο έδαφος για να βλαστήσουν
#225
κάρες
κάρες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κάρα
#224
κόγχη
κόγχη
ημικυκλική εσοχή σε τοίχο κτίσματος ή ναού, που έχει κυρίως διακοσμητικό χαρακτήρα
#223
υιικά
υιικά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του υιικό
#222
γαύδο
γαύδο
#221
ψιλός
ψιλός
λεπτός
#220
αλυκή
αλυκή
η έκταση κοντά στην ακροθαλασσιά, στην οποία παράγεται αλάτι
#219
γάλου
γάλου
γυναικείο επώνυμο
#218
αρχήν
αρχήν
ουσιαστικόΤην αρχή, το ξεκίνημα ή το πρώτο μέρος κάτιου.
#217
δύστε
δύστε
#216
χηλές
χηλές
ουσιαστικόΟι χηλές είναι οι δαγκάνες/νύχια ορισμένων ζώων, όπως του καβουριού ή του σκορπιού.
#215
λίβας
λίβας
ξηρός και θερμός νοτιοδυτικός άνεμος
#214
θύμων
θύμων
γενική πληθυντικού του θύμος
#213
λιρών
λιρών
γενική πληθυντικού του λίρα
#212
έσοδο
έσοδο
τα χρήματα (ή άλλες πρόσοδοι) που λαμβάνει κάποιος
#211
ζαλιά
ζαλιά
το φορτίο που μπορεί κάποιος να ζαλωθεί, να μεταφέρει στους ώμους του
#210
οπτών
οπτών
γενική πληθυντικού του οπτός
#209
έγελε
έγελε
#208
λογάς
λογάς
αυθάδης, θρασύς
#207
άφωνη
άφωνη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άφωνος
#206
ωθείς
ωθείς
β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ωθώ
#205
αμιγή
αμιγή
αιτιατική ενικού του αμιγής