Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,777 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1327
ρώτας
ρώτας
ανδρικό επώνυμο
#1326
μίσχε
μίσχε
κλητική ενικού του μίσχος
#1325
μήνες
μήνες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «μήνας»: χρονικές περίοδοι περίπου 30 ημερών.
#1324
αστοί
αστοί
ουσιαστικόΟι κάτοικοι μιας πόλης, ιδίως οι αστοί ως κοινωνική τάξη (η μεσαία/αστική τάξη).
#1323
κείνα
κείνα
Αντωνυμία δεικτική: «εκείνα», δηλ. αυτά που βρίσκονται μακριά (ουδέτερο πληθυντικό του «εκείνος»).
#1322
αψιού
αψιού
Επιφώνημα που λέγεται όταν φτερνιζόμαστε (σαν «αψού»).
#1321
ποίαν
ποίαν
Θηλυκό αιτιατική ενικού του «ποιος/ποια/ποιο»: «ποια;», «ποιαν (από τις δύο)» = «ποια».
#1320
άτυχη
άτυχη
επίθετοΓυναίκα που δεν έχει τύχη ή της συμβαίνουν άσχημα πράγματα· άτυχη.
#1319
γείσα
γείσα
ουσιαστικόΤα γείσα είναι οι προεξοχές/τελειώματα στη στέγη ή στο πάνω μέρος τοίχου που προστατεύουν από τη βρο…
#1318
γαύρε
γαύρε
Προσφώνηση (συχνά ειρωνική) προς νεαρό άντρα, σαν «ρε μικρέ/ρε φίλε».
#1317
ξένοι
ξένοι
ουσιαστικό«Ξένοι» είναι άνθρωποι που δεν είναι από τον ίδιο τόπο/χώρα ή δεν είναι γνωστοί σε εμάς.
#1316
πέρας
πέρας
ουσιαστικόΤο τέλος ή το όριο ενός πράγματος.
#1315
χωρία
χωρία
ουσιαστικόΠληθυντικός του «χωριό»: μικροί οικισμοί στην ύπαιθρο.
#1314
νεφρί
νεφρί
άλλη μορφή του νεφρό
#1313
μύδρε
μύδρε
κλητική ενικού του μύδρος
#1312
πολλώ
πολλώ
επίρρημαΧρησιμοποιείται για να δηλώσει «πολύ/κατά πολύ», δηλ. σε μεγάλο βαθμό (συχνά ως «πολλώ μάλλον»).
#1311
κόπρο
κόπρο
ουσιαστικόΚόπρος: περιττώματα, κυρίως ζώων· κοπριά.
#1310
αγλαή
αγλαή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγλαός
#1309
χωλής
χωλής
επίθετοΠου κουτσαίνει, με χωλό πόδι.
#1308
ρινός
ρινός
ουσιαστικόΓενική ενικού του «ρινός» (= μύτη), δηλ. «της μύτης».
#1307
τόσην
τόσην
επίθετοΑιτιατική θηλυκού του «τόσος»: «τόση» = τόσο μεγάλη ποσότητα/έκταση (π.χ. τόση δουλειά).
#1306
ντίνε
ντίνε
ανδρικό όνομα
#1305
ζευτώ
ζευτώ
ρήμαΖευτώνω/ζευτώ: δένω ή συνδέω δύο πράγματα μαζί, τα «ζευγαρώνω» (π.χ. ζώα ή εξαρτήματα).
#1304
τόκων
τόκων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «τόκος»: οι τόκοι, δηλ. το ποσό που πληρώνεται/εισπράττεται για δάνειο ή κατά…
#1303
μοχλό
μοχλό
αιτιατική ενικού του μοχλός
#1302
έδενε
έδενε
γ' ενικό οριστικής παρατατικού (έδενα) του ρήματος δένω
#1301
φτενό
φτενό
αιτιατική ενικού του φτενός
#1300
ξυλιά
ξυλιά
ουσιαστικόΧτύπημα με ξύλο ή ραβδί.
#1299
έσοδό
έσοδό
ουσιαστικόΤα χρήματα ή τα ποσά που εισπράττει κάποιος/μια επιχείρηση (έσοδα).
#1298
καείς
καείς
β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίγομαι