Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,764 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1344
παστή
παστή
ουσιαστικόΠαστή: παστό ψάρι, συνήθως μπακαλιάρος, διατηρημένο με αλάτι.
#1343
έλκυε
έλκυε
ρήμαΠαρατατικός του «έλκω»: τραβούσε/έσερνε κάτι προς το μέρος του.
#1342
ράβει
ράβει
ρήμαΡάβει: ενώνει ύφασμα ή άλλο υλικό με βελόνα και κλωστή, φτιάχνοντας ή επιδιορθώνοντας ρούχα.
#1341
ελκών
ελκών
#1340
ερνστ
ερνστ
ανδρικό όνομα
#1339
συζεί
συζεί
ρήμαΖει μαζί με κάποιον/κάποια, συνήθως ως ζευγάρι στο ίδιο σπίτι.
#1338
πίσος
πίσος
#1337
πέτου
πέτου
γενική ενικού του πέτο
#1336
πρετρ
πρετρ
#1335
ένοχη
ένοχη
επίθετοΘηλυκό του «ένοχος»: που έχει ευθύνη ή φταίει για κάτι.
#1334
πιάσω
πιάσω
ρήμαΝα πιάσω κάτι με το χέρι ή να το κρατήσω/αρπάξω.
#1333
σάντα
σάντα
ουσιαστικόΤσάντα, συνήθως ώμου ή χειρός, για να μεταφέρουμε προσωπικά αντικείμενα.
#1332
γκέτο
γκέτο
εβραϊκή συνοικία, συνοικία όπου οι Εβραίοι ήταν υποχρεωμένοι να ζουν
#1331
δανδή
δανδή
γυναικείο επώνυμο
#1330
όξινε
όξινε
κλητική ενικού του όξινος
#1329
μύγες
μύγες
ουσιαστικόΠληθυντικός της «μύγα»: μικρά ιπτάμενα έντομα που συχνά ενοχλούν ανθρώπους και ζώα.
#1328
θύσει
θύσει
επίρρημαΜε τη θέληση ή την πρόθεση κάποιου, επίτηδες.
#1327
ρώτας
ρώτας
ανδρικό επώνυμο
#1326
μίσχε
μίσχε
κλητική ενικού του μίσχος
#1325
μήνες
μήνες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «μήνας»: χρονικές περίοδοι περίπου 30 ημερών.
#1324
αστοί
αστοί
ουσιαστικόΟι κάτοικοι μιας πόλης, ιδίως οι αστοί ως κοινωνική τάξη (η μεσαία/αστική τάξη).
#1323
κείνα
κείνα
Αντωνυμία δεικτική: «εκείνα», δηλ. αυτά που βρίσκονται μακριά (ουδέτερο πληθυντικό του «εκείνος»).
#1322
αψιού
αψιού
#1321
ποίαν
ποίαν
Θηλυκό αιτιατική ενικού του «ποιος/ποια/ποιο»: «ποια;», «ποιαν (από τις δύο)» = «ποια».
#1320
άτυχη
άτυχη
επίθετοΓυναίκα που δεν έχει τύχη ή της συμβαίνουν άσχημα πράγματα· άτυχη.
#1319
γείσα
γείσα
ουσιαστικόΤα γείσα είναι οι προεξοχές/τελειώματα στη στέγη ή στο πάνω μέρος τοίχου που προστατεύουν από τη βρο…
#1318
γαύρε
γαύρε
Προσφώνηση (συχνά ειρωνική) προς νεαρό άντρα, σαν «ρε μικρέ/ρε φίλε».
#1317
ξένοι
ξένοι
ουσιαστικό«Ξένοι» είναι άνθρωποι που δεν είναι από τον ίδιο τόπο/χώρα ή δεν είναι γνωστοί σε εμάς.
#1316
πέρας
πέρας
ουσιαστικόΤο τέλος ή το όριο ενός πράγματος.
#1315
χωρία
χωρία
ουσιαστικόΠληθυντικός του «χωριό»: μικροί οικισμοί στην ύπαιθρο.