Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1296
μισός
μισός
επίθετοΠου είναι το μισό ενός όλου, δηλαδή το 1/2.
#1295
ντόνα
ντόνα
ουσιαστικόΠροσφώνηση για γυναίκα, ισοδύναμη με «κυρία» (συχνά για Ιταλίδα/Ισπανίδα).
#1294
βάτες
βάτες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «βάτης»: άτομο που βαδίζει, πεζός/περιπατητής.
#1293
γνέφω
γνέφω
κάνοντας ένα νεύμα με το κεφάλι ή με τα μάτια συνεννοούμαι με κάποιον
#1292
ονηγέ
ονηγέ
κλητική ενικού του ονηγός
#1291
μηνών
μηνών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «μήνας»: των μηνών (π.χ. διάρκεια σε μήνες).
#1290
βουβό
βουβό
αιτιατική ενικού του βουβός
#1289
δαύτε
δαύτε
κλητική ενικού του δαύτος
#1288
χούμε
χούμε
κλητική ενικού του χούμος
#1287
κύαμε
κύαμε
#1286
φταίω
φταίω
ρήμαΈχω ευθύνη ή είμαι ένοχος για κάτι· κάνω λάθος.
#1285
καμίγ
καμίγ
γυναικείο όνομα
#1284
χρυσή
χρυσή
επίθετοΘηλυκό του «χρυσός»: που είναι από χρυσό ή έχει χρυσαφί χρώμα.
#1283
μασκέ
μασκέ
χαρακτηρισμός αποκριάτικης εκδήλωσης όπου οι καλεσμένοι πρέπει να είναι μασκαρεμένοι, να φορούν στολ…
#1282
σίελο
σίελο
ουσιαστικόΤο σάλιο, το υγρό που παράγεται στο στόμα.
#1281
ένθεα
ένθεα
επίθετοΠληθυντικός του «ένθεος»: εμπνευσμένα ή γεμάτα ενθουσιασμό/έμπνευση.
#1280
μισού
μισού
#1279
άπτει
άπτει
ρήμαΑνάβει ή βάζει φωτιά σε κάτι· (επίσης) αγγίζει/εφάπτεται.
#1278
βέρου
βέρου
γενική ενικού, αρσενικού ή ουδέτερου γένους του βέρος
#1277
έτυμη
έτυμη
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του έτυμος
#1276
θύουν
θύουν
ρήμαΡίχνουν θυμίαμα ή καίνε λιβάνι (συνήθως σε τελετή/εκκλησία).
#1275
οκνός
οκνός
ουσιαστικόΗ τεμπελιά ή η απροθυμία να κάνεις κάτι, ειδικά από βαρεμάρα ή κούραση.
#1274
εύηχο
εύηχο
επίθετοΠου ακούγεται ευχάριστα και αρμονικά στο αυτί.
#1273
ουγκώ
ουγκώ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο),
#1272
εποχή
εποχή
ουσιαστικόΧρονική περίοδος ή εποχή του χρόνου με κοινά χαρακτηριστικά (π.χ. εποχή του χρόνου, ιστορική εποχή).
#1271
τάκων
τάκων
γενική πληθυντικού του τάκος
#1270
ολβία
ολβία
γυναικείο όνομα
#1269
ρίποι
ρίποι
ουσιαστικόΞαφνικές, δυνατές ριπές ανέμου (συνήθως στον πληθυντικό).
#1268
πόλος
πόλος
το καθένα από τα δύο ακρότατα σημεία του άξονα περιστροφής της γης ή άλλου ουράνιου σώματος
#1267
γλοιό
γλοιό
ουσιαστικόΓλοιός: παχύρρευστη, γλιστερή βλέννα ή κολλώδης ουσία.