Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,777 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1267
γλοιό
γλοιό
ουσιαστικόΓλοιός: παχύρρευστη, γλιστερή βλέννα ή κολλώδης ουσία.
#1266
άμωμο
άμωμο
αιτιατική ενικού του άμωμος
#1265
είστε
είστε
ρήμαΒ΄ πληθυντικό ενεστώτα του «είμαι»: χρησιμοποιείται για να πεις «εσείς είστε» (you are).
#1264
ιλαρή
ιλαρή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ιλαρός
#1263
τράτο
τράτο
διάστημα, περιθώριο χρόνου ή απόστασης.
#1262
ψηλός
ψηλός
που έχει μεγάλο ανάστημα
#1261
ζίχνη
ζίχνη
ουσιαστικόΛεπτή πάχνη ή παγωμένη υγρασία που σχηματίζεται πάνω σε επιφάνειες, συνήθως το πρωί.
#1260
ξείπε
ξείπε
#1259
λάτση
λάτση
γυναικείο επώνυμο
#1258
ρόλου
ρόλου
γενική ενικού του ρόλος
#1257
όμπυα
όμπυα
#1256
άθεων
άθεων
γενική πληθυντικού του άθεος
#1255
ξυσιά
ξυσιά
#1254
μίμης
μίμης
ανδρικό όνομα
#1253
χυτές
χυτές
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χυτή
#1252
τίρσο
τίρσο
#1251
κόψης
κόψης
γενική ενικού του κόψη
#1250
ψητοί
ψητοί
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του ψητός
#1249
βλάβη
βλάβη
ουσιαστικόΖημιά ή βλάβη σε κάτι, δηλαδή φθορά ή δυσλειτουργία που το κάνει να μην δουλεύει σωστά.
#1248
γύψων
γύψων
γενική πληθυντικού του γύψος
#1247
ρογών
ρογών
γενική πληθυντικού του ρόγα
#1246
λίβυε
λίβυε
vocative singular of Λίβυος (Lívyos)
#1245
κώλων
κώλων
γενική πληθυντικού του κώλος
#1244
θαφθώ
θαφθώ
ρήμαΘαφθώ: θα μπω στο χώμα, θα ταφώ (συνήθως για νεκρό).
#1243
βέγας
βέγας
ανδρικό όνομα
#1242
σκάλα
σκάλα
κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κ…
#1241
ζερβά
ζερβά
αριστερά
#1240
σταντ
σταντ
κατασκευή για τοποθέτηση ποικίλων αντικειμένων
#1239
ρολών
ρολών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «ρολό»: κυλινδρικό αντικείμενο ή ρολό χαρτιού/υφάσματος τυλιγμένο σε κύλινδρο…
#1238
έζεξε
έζεξε