Wordle Ελληνικά · Αρχείο

Όλες οι λέξεις

1,850 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1310
αγλαή
αγλαή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αγλαός
#1309
χωλής
χωλής
επίθετοΠου κουτσαίνει, με χωλό πόδι.
#1308
ρινός
ρινός
ουσιαστικόΓενική ενικού του «ρινός» (= μύτη), δηλ. «της μύτης».
#1307
τόσην
τόσην
επίθετοΑιτιατική θηλυκού του «τόσος»: «τόση» = τόσο μεγάλη ποσότητα/έκταση (π.χ. τόση δουλειά).
#1306
ντίνε
ντίνε
ανδρικό όνομα
#1305
ζευτώ
ζευτώ
ρήμαΖευτώνω/ζευτώ: δένω ή συνδέω δύο πράγματα μαζί, τα «ζευγαρώνω» (π.χ. ζώα ή εξαρτήματα).
#1304
τόκων
τόκων
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «τόκος»: οι τόκοι, δηλ. το ποσό που πληρώνεται/εισπράττεται για δάνειο ή κατά…
#1303
μοχλό
μοχλό
αιτιατική ενικού του μοχλός
#1302
έδενε
έδενε
γ' ενικό οριστικής παρατατικού (έδενα) του ρήματος δένω
#1301
φτενό
φτενό
αιτιατική ενικού του φτενός
#1300
ξυλιά
ξυλιά
ουσιαστικόΧτύπημα με ξύλο ή ραβδί.
#1299
έσοδό
έσοδό
ουσιαστικόΤα χρήματα ή τα ποσά που εισπράττει κάποιος/μια επιχείρηση (έσοδα).
#1298
καείς
καείς
β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καίγομαι
#1297
εορτή
εορτή
ουσιαστικόΓιορτή ή επίσημη ημέρα εορτασμού, συχνά με εκδηλώσεις και χαρά.
#1296
μισός
μισός
επίθετοΠου είναι το μισό ενός όλου, δηλαδή το 1/2.
#1295
ντόνα
ντόνα
ουσιαστικόΠροσφώνηση για γυναίκα, ισοδύναμη με «κυρία» (συχνά για Ιταλίδα/Ισπανίδα).
#1294
βάτες
βάτες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «βάτης»: άτομο που βαδίζει, πεζός/περιπατητής.
#1293
γνέφω
γνέφω
κάνοντας ένα νεύμα με το κεφάλι ή με τα μάτια συνεννοούμαι με κάποιον
#1292
ονηγέ
ονηγέ
κλητική ενικού του ονηγός
#1291
μηνών
μηνών
ουσιαστικόΓενική πληθυντικού του «μήνας»: των μηνών (π.χ. διάρκεια σε μήνες).
#1290
βουβό
βουβό
αιτιατική ενικού του βουβός
#1289
δαύτε
δαύτε
κλητική ενικού του δαύτος
#1288
χούμε
χούμε
κλητική ενικού του χούμος
#1287
κύαμε
κύαμε
#1286
φταίω
φταίω
ρήμαΈχω ευθύνη ή είμαι ένοχος για κάτι· κάνω λάθος.
#1285
καμίγ
καμίγ
γυναικείο όνομα
#1284
χρυσή
χρυσή
επίθετοΘηλυκό του «χρυσός»: που είναι από χρυσό ή έχει χρυσαφί χρώμα.
#1283
μασκέ
μασκέ
χαρακτηρισμός αποκριάτικης εκδήλωσης όπου οι καλεσμένοι πρέπει να είναι μασκαρεμένοι, να φορούν στολ…
#1282
σίελο
σίελο
ουσιαστικόΤο σάλιο, το υγρό που παράγεται στο στόμα.
#1281
ένθεα
ένθεα
επίθετοΠληθυντικός του «ένθεος»: εμπνευσμένα ή γεμάτα ενθουσιασμό/έμπνευση.