Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,776 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#1236
βαβέλ
βαβέλ
η πόλη και ο πύργος όπου συνέβη η σύγχυση των γλωσσών σύμφωνα με την Βίβλο
#1235
φλέγω
φλέγω
καίω, πυρπολώ, προκαλώ έντονα συναισθήματα
#1234
παύσω
παύσω
ρήμαΣταματώ ή παύω κάτι, κάνω να μην συνεχίζεται.
#1233
φαντή
φαντή
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του φαντός
#1232
δέναν
δέναν
#1231
πύργε
πύργε
κλητική ενικού του πύργος
#1230
χοϊκό
χοϊκό
επίθετοΠου είναι φτιαγμένος από χώμα ή σκόνη· γήινος, υλικός.
#1229
γόνοι
γόνοι
ουσιαστικόΤα παιδιά ή οι απόγονοι κάποιου· η νέα γενιά.
#1228
τίγρη
τίγρη
ουσιαστικόΜεγάλο αιλουροειδές με πορτοκαλί τρίχωμα και μαύρες ρίγες.
#1227
ψάμμο
ψάμμο
#1226
λεμάν
λεμάν
ανδρικό όνομα
#1225
φακού
φακού
ουσιαστικόΓενική πτώση του «φακός»: του φορητού φωτιστικού ή του οπτικού φακού (π.χ. κάμερας).
#1224
αππία
αππία
γυναικείο όνομα
#1223
έρπει
έρπει
ρήμαΚινείται πολύ χαμηλά, σέρνεται στο έδαφος ή προχωρά αργά και ύπουλα.
#1222
ταγές
ταγές
#1221
τόπου
τόπου
γενική ενικού του τόπος
#1220
ακτίς
ακτίς
γυναικείο όνομα
#1219
γκάλη
γκάλη
γυναικείο επώνυμο
#1218
γάνες
γάνες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του γάνα
#1217
μήλες
μήλες
ουσιαστικόΠληθυντικός του «μήλο»: οι καρποί της μηλιάς.
#1216
δεχτά
δεχτά
επίθετοΑποδεκτά· κάτι που γίνεται δεκτό ή θεωρείται εντάξει/επιτρεπτό.
#1215
τυφλέ
τυφλέ
επίθετο«Τυφλέ» είναι κλητική του «τυφλός» και σημαίνει «εσύ που δεν βλέπεις» (συνήθως ως προσφώνηση/βρισιά)…
#1214
σίφνο
σίφνο
#1213
λαγωέ
λαγωέ
#1212
ζώνης
ζώνης
γενική ενικού του ζώνη
#1211
μανία
μανία
ουσιαστικόΈντονη και υπερβολική εμμονή ή πάθος για κάτι.
#1210
τώνης
τώνης
ανδρικό όνομα
#1209
αϊτός
αϊτός
άλλη μορφή του αετός
#1208
σπάει
σπάει
ρήμαΣπάει: προκαλεί να γίνει κάτι κομμάτια ή να ραγίσει (π.χ. ένα αντικείμενο).
#1207
θηλές
θηλές
ουσιαστικόΟι θηλές είναι οι προεξοχές στο στήθος (μαστούς) από όπου βγαίνει το γάλα.