Wordle Ελληνικά · Archive

Όλες οι λέξεις

1,777 καθημερινές λέξεις και αυξάνονται

#787
χλωρά
χλωρά
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του χλωρό
#786
άνηθα
άνηθα
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του άνηθο
#785
σίρερ
σίρερ
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#784
άχαρα
άχαρα
χωρίς να δίνει χαρά
#783
συλάς
συλάς
#782
μπήγω
μπήγω
βάζω κάτι μακρύ και μυτερό μέσα σε άλλο ασκώντας πίεση
#781
ωχρών
ωχρών
γενική πληθυντικού του ωχρός
#780
γιάφα
γιάφα
πόλη του Ισραήλ, τμήμα του δήμου του Τελ Αβίβ
#779
πόντι
πόντι
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
#778
πήραν
πήραν
γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος παίρνω
#777
έφορε
έφορε
κλητική ενικού του έφορος
#776
τόρμε
τόρμε
#775
λάμπω
λάμπω
ακτινοβολώ φως
#774
τάιζα
τάιζα
ρήμαΠαρατατικός του «ταΐζω»: έδινα τροφή σε κάποιον/κάτι.
#773
στύλε
στύλε
κλητική ενικού του στύλος
#772
δέρνω
δέρνω
χτυπάω κάποιον με το χέρι ή με άλλο όργανο
#771
τρώγω
τρώγω
άλλη μορφή του τρώω
#770
λήμες
λήμες
#769
μύχιο
μύχιο
#768
πέσαν
πέσαν
ρήμα«πέσαν»: λαϊκή/προφορική μορφή του «έπεσαν» (αόριστος του «πέφτω»), δηλ. «έπεσαν κάτω» ή «έπεσαν πάν…
#767
τάρες
τάρες
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του τάρα
#766
ακούν
ακούν
#765
όγδοε
όγδοε
#764
τραβώ
τραβώ
άλλη μορφή του τραβάω
#763
απίκο
απίκο
κατάσταση κατά την οποία η άγκυρα πλοίου φέρεται έξω από τη θέση της, κρεμασμένη, έτοιμη για πόντιση
#762
γλασέ
γλασέ
λεπτό και στιλπνό χαρτί με χρωματιστή, γυαλιστερή όψη στη μία πλευρά, που χρησιμοποιείται κυρίως σε …
#761
χλοών
χλοών
ουσιαστικόΓρασίδι, χορτάρι (συνήθως φρέσκο/πράσινο).
#760
διετή
διετή
επίθετοΠου διαρκεί δύο χρόνια ή αφορά περίοδο δύο ετών.
#759
τέρψε
τέρψε
β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος τέρπω
#758
μίρνα
μίρνα
γυναικείο όνομα